Τα παιδιά της Τακίσις άρχισαν σύντομα να γυρνούν και να φεύγουν από τη λάμψη των λογχών, που σύντομα τις θεώρησαν σημάδι του Πάλανταϊν, με τον οποίο δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα. Άλλοι, πιο πέρα, είδαν τον πανικό με τον οποίο έφευγαν τ’ αδέρφια τους από τη μάχη και συμπέραναν ότι η μάχη είχε χαθεί. Η φυγή των πρώτων δράκων έγινε σύντομα ένα κύμα πανικού στον ουρανό, καθώς όλο και περισσότεροι έφευγαν μέσα στον παράλογο φόβο τους.
Απαλλαγμένοι από τους αντιπάλους τους, οι δράκοι του Πάλανταϊν ενίσχυσαν τις τάξεις των ιπποτών και η κατάσταση άρχισε να αντιστρέφεται και στο έδαφος. Πρώτα οι δυτικές, ύστερα και οι ανατολικές πτέρυγες του στρατού της δρακοβασίλισσας άρχισαν να κάμπτονται, να υποχωρούν και τελικά να καταρρέουν. Χωρίς τη βοήθεια των δικών τους δράκων, τα ογκρ και οι άνθρωποι που πολεμούσαν υπέρ του Σκότους έχασαν το κουράγιο τους και πολλοί άρχισαν να πετούν τα όπλα τους και να φεύγουν.
Τελικά η μάχη τελείωσε. Λίγοι μονάχα ενοχλήθηκαν από τις βροντές και τις αστραπές που τράνταζαν τα βουνά στα δυτικά. Μια κάποια νίκη την είχαν απεγνωσμένα ανάγκη – κι αυτή την είχαν επιτύχει. Εκείνη τη στιγμή κανείς δεν ήξερε πώς, αλλά όλοι ευχαριστούσαν τον Πάλανταϊν και τον οίκο του για το θαύμα και ύστερα περίμεναν βλοσυροί να δουν τι θα επακολουθούσε.
Κάμποσο μετά το μεσημέρι, τέσσερις εξαντλημένοι δράκοι προσγειώθηκαν στο προαύλιο του Ακροπυργίου του Βίνγκααρντ. Στις ράχες τους είχαν από έναν αναβάτη, το ίδιο χλομό και εξαντλημένο. Μια ασημένια φεγγοβολή περιέβαλε τους νεοφερμένους και τελικά κάποιος συνειδητοποίησε ότι ήταν οι λόγχες αυτές που έλαμπαν έτσι θεϊκά – ούτε οι δράκοι ούτε οι αναβάτες τους.
Στο μεταξύ, οι φήμες είχαν αρχίσει να διαδίδονται.
Κεφαλαίο 25
«Μου είπαν πως ήσουν εσύ, αλλά δεν το πίστευα ύστερα από τόσες ιστορίες που ακούγονται!»
«Ιστορίες;» ο Χούμα και οι σύντροφοί του είχαν ξεπεζέψει από τους δράκους – κι αν δεν είχε ενεργήσει γρήγορα ο Άρχοντας Γκρένταλ, ο υπεύθυνος για την άμυνα του Ακροπυργίου, ιππότες και λαός θα τους είχαν πνίξει. Κάμποσοι από τους καλογυμνασμένους βετεράνους, που αποτελούσαν τη δύναμη του Γκρένταλ, βρέθηκαν γύρω από τους νεοφερμένους, αμέσως μόλις προσγειώθηκαν.
Ο Άρχοντας Όσγουολ, ο Μεγάλος Μάγιστρος, έδειξε τον Χούμα. «Ξέρεις για τι μιλάω. Για τις ιστορίες σχετικά με τη μάχη σου με το δαίμονα που έσπερνε την πανούκλα και τη διχόνοια στον τόπο.»
«Τον Ρέναρντ;»
«Τον Ρέναρντ. Είναι απίστευτο το πόσο μπορεί να σε απατά η μνήμη. Όταν αποκαλύφθηκε τι ήταν στ’ αλήθεια κι εσύ τον νίκησες, ξέχασαν πολύ γρήγορα πόσο πρόθυμοι ήταν να πιστέψουν τα παραμύθια που διέδιδε. Τον κατηγόρησαν ως κακόβουλο δαίμονα ή κληρικό, δε θυμάμαι τι ακριβώς. Ύστερα, σαν αποκορύφωμα, εσύ εξαφανίστηκες σαν τον ίδιο τον Πάλανταϊν.»
Το πρόσωπο του Χούμα αναψοκοκκίνισε. «Το μέρος που αφορά την εξαφάνιση μου είναι αλήθεια, αλλά σε βεβαιώνω, άρχοντά μου, ότι δεν έγινε με τη δική μου δύναμη.»
«Πράγματι.» Τα μάτια του Άρχοντα Όσγουολ στάθηκαν στις Δρακολόγχες και το κορμί του ρίγησε στιγμιαία. «Αυτές λοιπόν έψαχνες; Αυτές χρειαζόμασταν τόσο απεγνωσμένα;»
«Μάλιστα, άρχοντά μου. Τις Δρακολόγχες. Έπρεπε να βρίσκονται εδώ νωρίτερα, αλλά μπλέξαμε στη μάχη.»
«Πραγματικά. Άντρες και δράκοι διηγούνται πώς ξεπροβάλατε οι οκτώ σας από το πουθενά, σκορπώντας το φόβο και το θάνατο στα τσιράκια της δρακοβασίλισσας. Ίσως έχουν δίκιο: ίσως είσαι ο Πάλανταϊν και ήρθες στον Κριν μεταμφιεσμένος σε θνητό.»
«Άρχοντα Όσγουολ!»
Ο Μεγάλος Μάγιστρος γέλασε πνιχτά. «Δεν έχω φτάσει ακόμα στο σημείο να σκέφτομαι έτσι, Χούμα. Όχι ακόμα.» Παρά την προφανή του λαχτάρα να δει από κοντά τις λόγχες, ο Όσγουολ στράφηκε στην υπόλοιπη ομάδα του Χούμα. «Εσένα σε ξέρω, μινώταυρε, και χαίρομαι που σου έδειξα εμπιστοσύνη. Δικαίωσες όλα τα καλά που έχω ακούσει για τη φυλή σου. Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθειά σου.»
Ο Καζ ήταν περίεργα σιωπηλός. «Έκανα ό,τι μου ζήτησαν. Έχω δώσει όρκο στον Χούμα.»
«Αυτό είναι όλο;» Ο Μεγάλος Μάγιστρος χαμογέλασε και στράφηκε στους άλλους, αρχίζοντας από τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ. Στη φωνή του υπήρχε μια αδιόρατη ψυχρότητα. «Καλώς ήρθες, Διοικητή του Έργκοθ, σε καλωσορίζω σαν αδερφό ιππότη. Δεν πιστεύω να έφερες μαζί και το στρατό σου;»
«Όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά, Μεγάλε Μάγιστρε, ήξερα ότι κάποια μέρα θα κατείχες το τωρινό σου αξίωμα, αλλά φανταζόμουν ότι θα είχες μαλακώσει στο μεταξύ.»
Ο Όσγουολ δέχτηκε τη συγκαλυμμένη επίπληξη με ένα πιο αληθινό χαμόγελο. «Συγχώρεσέ με αν ξεχνάω καμιά φορά ότι βρίσκομαι μπροστά σε έναν κληρικό του Πάλανταϊν επίσης.»