Выбрать главу

Ο Χούμα, ο Καζ και ο Μπουόρον αλληλοκοιτάχτηκαν. Αν και σέβονταν τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ, ποτέ τους δεν τον είχαν δει ως κληρικό του Πάλανταϊν. Αλλά, πάλι, ποιος μπορούσε ένα πει με τι έπρεπε να μοιάζει ένας κληρικός, εφόσον η πίστη και οι πράξεις του δεν έρχονταν σε αντίθεση με τις ιερές διδασκαλίες;

«Πρόδωσες το μυστικό μου, αλλά δεν πειράζει. Ίσως τώρα ο Χούμα καταλαβαίνει γιατί επέμενα να με συνοδέψει στο Κάεργκοθ. Όταν είδα το σημάδι του Μόρτζιον σε έναν τόσο φανερά πιστό ιππότη, φοβήθηκα μήπως τον είχαν σημαδέψει για κακό σκοπό.» Ο Έιβοντεϊλ στράφηκε στον Χούμα και χαμογέλασε.

Ο Μεγάλος Μάγιστρος πήρε τα μάτια του από τον Έιβοντεϊλ και κοίταξε τον Μπουόρον με κάποια ειρωνεία στο βλέμμα. Με τη μεγάλη του γενειάδα, ο ιππότης από τα νοτιοδυτικά ξεχώριζε από μακριά. Μπροστά στον Μεγάλο Μάγιστρο, ο Μπουόρον έτρεμε.

«Είσαι ο…»

Ο ιππότης έπαιξε κάμποσες φορές τα βλέφαρα πριν τραυλίσει το όνομά του. «Ο Μπουόρον, άρχοντά μου!»

«Από κάποιο απομακρυσμένο μας φυλάκιο στο Έργκοθ, φαντάζομαι.»

«Μάλιστα, άρχοντά μου.» Ο Μπουόρον ήταν κάτασπρος.

«Μπράβο.» Ο Άρχοντας Όσγουολ τον χτύπησε φιλικά στον ώμο και απομακρύνθηκε. Ο Μπουόρον αναστέναξε ανακουφισμένος και χαμογέλασε ασθενικά.

«Λοιπόν, Χούμα.» Ο Μεγάλος Μάγιστρος ήταν σοβαρότατος. «Αν έχεις την καλοσύνη, θα ήθελα να έρθεις με τους συντρόφους σου στα διαμερίσματά μου. Θέλω να μάθω τα πάντα.»

«Μάλιστα άρχοντά μου, αλλά οι Δρακολόγχες…»

«Θα τις φροντίσουν με κάθε προσοχή και θα τις τοποθετήσουν σε μέρος ασφαλές, μέχρι να αποφασίσουμε τι θα τις κάνουμε. Ελάτε λοιπόν. Μου φαίνεται ότι χρειάζεστε όλοι σας λίγο κρασί. Εγώ ύστερα από τη σημερινή –παραλίγο– καταστροφή μας το χρειάζομαι σίγουρα.»

Η αναφορά του Χούμα διακοπτόταν κάθε τόσο από τις αστραπές και τις βροντές που χαλούσαν τον κόσμο στα βουνά, στα δυτικά. Η Τακίσις είχε εξαπολύσει τη μανία της σ’ αυτούς που την είχαν απογοητεύσει, υπέθεσε ο Καζ, ή ίσως ήταν έργο του Γκάλαν Ντράκος, ο οποίος ήταν έξαλλος με την αποτυχία των δικών του να αρπάξουν τις Δρακολόγχες.

Ρουφώντας κάθε λέξη από τη διήγηση του Χούμα, ο Άρχοντας Όσγουολ έπαιζε ταμπούρλο με τα δάχτυλά του στο τραπέζι. «Πάλανταϊν! Αν δεν ήσουν εσύ, δε θα το πίστευα ποτέ – και να που τις βλέπω στ’ αλήθεια! Κάνεις πολύ περήφανο ένα γέρο άνθρωπο, Χούμα. Και ο Ντούρακ θα ήταν περήφανος, είμαι σίγουρος.»

«Ευχαριστώ, άρχοντά μου.» Αυτή η φιλοφρόνηση μετρούσε περισσότερο από κάθε άλλη.

«Και, μάλιστα, είναι φτιαγμένες από δρακοασήμι, κι από ένα σιδηρουργό με χέρι ασημένιο, το οποίο κρατούσε χρυσή σφύρα.»

Ο Χούμα φάνηκε να μπερδεύεται. «Αυτό δεν το ανέφερα.»

Ο Μεγάλος Μάγιστρος χαμογέλασε με νόημα. «Είμαι της παλιάς σχολής, Χούμα, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που σε πίστεψα από την αρχή. Αν αυτός ο σιδηρουργός είναι όπως τον περιέγραψες, πρέπει η σφύρα του να είναι φτιαγμένη από τον ίδιο τον Ρέορξ. Χαίρομαι που τελικά είναι σωστές οι αρχαίες μας καταγραφές και που αξιώθηκες να μας φέρεις αυτά τα όπλα.»

Κάτι φούντωνε μέσα στον Χούμα που τελικά τον έκανε να σηκωθεί όρθιος. «Άρχοντά μου, σε ικετεύω. Σ’ ευχαριστώ για όλα όσα είπες και ξέρω ότι ήταν πολλά αυτά που έπρεπε ν’ ακούσεις, αλλά τώρα έχουμε στα χέρια μας τις Δρακολόγχες και πρέπει να σου ζητήσω μια χάρη. Υπάρχουν είκοσι λόγχες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον ουρανό. Δώσε μου μία λόγχη κι άσε με να πάω πετώντας στην κατοικία του Γκάλαν Ντράκος και της σκοτεινής αφέντρας του. Πρέπει να λευτερώσω τον Μάτζιους!»

«Ιππότη Χούμα.» Η φωνή του Μεγάλου Μάγιστρου ήταν άτονη, ανατριχιαστικά όμοια με του Ρέναρντ. Ο Άρχοντας Όσγουολ τον κάρφωσε με το βλέμμα, μέχρι που ο Χούμα ξανακάθισε. «Ένας άντρας ή μια γυναίκα, σύντροφος, εραστής ή συγγενής, δεν αξίζει τις ζωές εκατοντάδων – και αυτό το λέω ακόμη και αν επρόκειτο για εμένα τον ίδιο. Μπορεί να διαφωνήσεις μαζί μου, και αυτό είναι δικαίωμά σου, αλλά κατ’ ιδίαν. Πολεμάμε για την ύπαρξη ολόκληρης της Σολάμνια, ολόκληρου του Άνσαλον, αν όχι και του ίδιου του Κριν. Δεν μπορώ να εγκρίνω την ιδέα σου.»

«Μα τον έπιασαν ενώ υπερασπιζόταν τις λόγχες!» Η πικρία του Χούμα άρχιζε να διακρίνεται.

«Το αντιλαμβάνομαι, Ιππότη Χούμα, όπως αντιλαμβάνομαι και τους δικούς σου κινδύνους, που εσύ δεν καταλαβαίνεις. Η απόφαση μου δεν αλλάζει. Κατανοητό;»

Ο Χούμα δεν είπε τίποτα.

«Λοιπόν, είπες πως έχεις είκοσι μία λόγχες, από τις οποίες η μία είναι σχεδιασμένη για πεζικάριο;»

«Ναι.»

«Είκοσι λόγχες δεν είναι καθόλου αρκετές. Είμαστε τυχεροί αυτή τη φορά, με την έννοια ότι οι δράκοι δε σε περίμεναν και η ξαφνική σου εμφάνιση τους έχει φέρει σε σύγχυση.»