«Έφυγαν με την ουρά στα σκέλια» παρατήρησε αυτάρεσκα ο Καζ.
«Αυτή τη φορά. Την επόμενη –και μη φανταστείτε ότι δε θα ξανάρθουν– θα ενεργήσουν με μεγαλύτερη πονηριά και αυτοπεποίθηση, και ούτε τέσσερις λόγχες θα μας σώσουν, ούτε καν είκοσι.»
«Λες ότι η μάχη έχει κιόλας χαθεί. Αυτό δεν περίμενα να το ακούσω από το Μεγάλο Μάγιστρο των Ιπποτών της Σολάμνια» σχολίασε ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ.
Ο Μεγάλος Μάγιστρος αγνόησε την περιφρονητική ματιά του Ιππότη του Έργκοθ και κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στον Χούμα. «Αν και μερικοί αυτό το βλέπουν σαν παραδοχή ήττας, είναι επειδή δεν είχαν την υπομονή να περιμένουν και να ακούσουν. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να καθαρίσουμε το σιδηρουργείο από καθετί άλλο και να κατασκευάσουμε, με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια μπορούμε, λόγχες ίδιας ποιότητας με τις αρχικές.»
Ο Γκάι Έιβοντεϊλ στένεψε τα μάτια κι ένα λεπτό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. Ο Καζ και ο Μπουόρον αλληλοκοιτάχτηκαν μπερδεμένοι. Ο Χούμα δίστασε και ύστερα είδε πού το πήγαινε ο μεγαλύτερος του ιππότης.
«Κόλπο! Θα τους ξεγελάσουμε με μια τεράστια μπλόφα!»
Ο Άρχοντας Όσγουολ χαμογέλασε και τα μάτια του άστραψαν. «Μπλόφα. Ακριβώς. Έχουμε ήδη τα απαραίτητα για την κατασκευή συνηθισμένων λογχών. Τώρα θα φτιάξουμε όσο πιο πιστά αντίγραφα των Δρακολογχών είναι δυνατόν.»
«Πόσο χρόνο θα μας πάρει;» ρώτησε ο Έιβοντεϊλ. «Όπως είπες και ο ίδιος, δε θ’ αργήσουν να ξανάρθουν.»
«Για μας, η μεταλλοτεχνία –στις περισσότερες μορφές της– είναι τέχνη. Είναι μέρος του μυστικού της επιτυχίας μας. Τα φτηνά όπλα και οι πανοπλίες της σειράς είναι για στρατούς δεύτερης κατηγορίας, για να παραφράσουμε λιγάκι το Μέτρο. Σε δύο μέρες θα έχουμε πάνω από εκατό λόγχες. Θα είναι αντίγραφα, όπως σας είπα, πλαστά αντίγραφα των αληθινών Δρακολογχών. Τα νέα σχετικά με την αιτία της πανωλεθρίας έχουν σίγουρα μαθευτεί. Την επόμενη φορά που θα τους αντιμετωπίσουμε, ελπίζω να έχουμε τουλάχιστον εκατό λόγχες έτοιμες. Όταν έρθουν οι δράκοι της Τακίσις, θα βρεθούν μπροστά σε μια πραγματική επέλαση ιππικού. Ο αιφνιδιασμός θα είναι με το μέρος μας. Ελπίζω ότι εκατό λόγχες, δήθεν Δρακολόγχες, θα σπείρουν ξανά τον πανικό. Αφού στριμώξουν τους δράκους, οι δυνάμεις μας θα προχωρήσουν και θα χτυπήσουν τα ογκρ.»
«Αυτό είναι παραπάνω από μπλόφα. Λόγχες-ξελόγχες, εσύ έχεις σκοπό να νικήσεις. Ενδιαφέρον σχέδιο. Το πιστεύεις;»
«Ως κληρικός του Πάλανταϊν, θα έπρεπε να το ξέρεις. Άλλωστε, δεν είναι τόσο το σχέδιο που εμπιστεύομαι όσο οι άντρες μου. Στο κάτω-κάτω, Ιππότες της Σολάμνια είμαστε.»
«Χούμα.»
Περπατούσε μονάχος, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τα γεγονότα. Ο Μάτζιους, οι Δρακολόγχες, ο Γκάλαν Ντράκος, η Γκουίνεθ…
«Χούμα;»
Γύρισε. Εκείνη ήταν εκεί, μέσα στη σκιά των στάβλων. Φορούσε έναν πλούσιο, ασημογάλαζο χιτώνα που αποκάλυπτε εν μέρει το λεπτό της κορμί καθώς βάδιζε προς το μέρος του. Ο Χούμα απόμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Γκουίνεθ;»
Του χαμογέλασε. «Περίμενες καμιά άλλη;»
«Όχι!»
«Ήθελα να έρθω νωρίτερα κοντά σου, αλλά δεν ήταν εφικτό. Υπάρχουν… κάποια πράγματα που πρέπει να ξεκαθαρίσω. Ελπίζω να μη σε πειράζει να περπατήσω μαζί σου.»
«Όχι. Κάθε άλλο!»
Η Γκουίνεθ έπιασε το μπράτσο του και οι δυο τους άρχισαν να περπατούν αργά στο προαύλιο. Ήταν η πρώτη πραγματικά καθαρή νύχτα που θυμόταν ο Χούμα. Μέχρι που έβλεπες και κομμάτια ουρανού, λες και –επιτέλους– σκιζόταν το κάλυμμα των νεφών. Ο Χούμα όμως δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Αυτό με ένα μόνο τρόπο μπορούσε ένα συμβεί: με την ολοκληρωτική ήττα της δρακοβασίλισσας.
Του πήρε κάμποση ώρα να ανακτήσει το κουράγιο του, αλλά τελικά τη ρώτησε «Πώς ήρθες εδώ;»
Εκείνη γύρισε αλλού το πρόσωπο. «Σε παρακαλώ, μην το ρωτάς τώρα αυτό. Σου υπόσχομαι ότι θα σου πω σύντομα.»
«Πολύ καλά. Απλώς χαίρομαι πολύ που σε βλέπω.»
Αυτό την έκανε να στραφεί να τον κοιτάξει. «Χαίρομαι γι’ αυτό. Έτσι αξίζουν όλα τον κόπο.» Ξαφνικά η έκφρασή της σκοτείνιασε ξανά. «Άκουσα ότι ήθελες να πας ο ίδιος να βρεις τον Μάτζιους.»
«Ο Μεγάλος Μάγιστρος το απαγορεύει.»
«Τι θα κάνεις;»
«Θα υπακούσω στον Μεγάλο Μάγιστρο. Είναι καθήκον μου.»
Ύστερα από αυτό σώπασαν. Η Γκουίνεθ είχε το ένα της χέρι ακουμπισμένο στο χέρι του Χούμα καθώς περπατούσαν και ο ιππότης ξαφνιάστηκε από τη δύναμη αυτού του χεριού. Ήταν τόσα που δεν ήξερε για κείνη – ανάμεσα σ’ αυτά και τη σχέση της με τη Δρακολόγχη. Πρέπει να είναι κληρικός, κατέληξε, αλλά τίνος θεού, δεν ήταν σίγουρος.
Ξαφνικά η Γκουίνεθ κοίταξε ίσια μπροστά και σφίχτηκε. Ο Χούμα ακολούθησε το βλέμμα της και είδε έναν άγνωστό του άντρα, περίπου συνομήλικό του. Ο άντρας ήταν ντυμένος σαν χωρικός (οι χωρικοί είχαν εγκατασταθεί στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ πριν φτάσει ο πόλεμος στα σπίτια τους), αλλά η κορμοστασιά του δεν ήταν σαν αυτή του χωρικού. Το πρόσωπό του κρυβόταν αρκετά στη σκιά, αλλά ο Χούμα θα ορκιζόταν ότι τα μάτια του έλαμπαν. Αφού τους έριξε μια ματιά, ο ξένος χάθηκε σε μια γωνιά.