Выбрать главу

«Ποιος είναι αυτός;» Το χέρι του Χούμα έπεσε στη λαβή του σπαθιού του. Αν κάποιος παραφυλούσε την Γκουίνεθ…

«Κανείς» του απάντησε εκείνη υπερβολικά γρήγορα. Η Γκουίνεθ πήρε το χέρι της από το δικό του. «Πρέπει να φύγω τώρα. Θα σε ξαναδώ αργότερα, σ’ το υπόσχομαι.»

Γύρισε κι έφυγε βιαστικά προς τα εκεί απ’ όπου είχαν έρθει. Ο Χούμα σκέφτηκε να την ακολουθήσει, αλλά χάθηκε σχεδόν αμέσως από τα μάτια του. Ο ιππότης τρεμόπαιξε τα βλέφαρα. Δεν θυμόταν να την είδε να στρίβει πουθενά.

Η αντίδραση του εχθρού στις Δρακολόγχες δεν ήταν αυτή που περίμεναν ο Χούμα και οι άλλοι.

Είχε προσφερθεί να κάνει επίδειξη των μεθόδων και της χρήσης της Δρακολόγχης. Προς μεγάλη του έκπληξη, μόνο μια χούφτα ιππότες πήγαν να τον παρακολουθήσουν. Ο ένας τους του αποκάλυψε τους λόγους της εκπληκτικής απάθειας των αδερφών τους. Κατάπληκτος, ο Χούμα μεταβίβασε στους άλλους αυτά που του είχε πει ο ιππότης και πόσο διάχυτα ήταν αυτά τα συναισθήματα σ’ ολόκληρη την Ιπποσύνη.

«Ο καιρός των θαυμάτων έχει περάσει. Δε δέχονται ότι οι λόγχες είναι μαγικές – και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό; Τους ζητάμε συνέχεια να ρισκάρουν τη ζωή τους, άσκοπα κατά τη γνώμη τους. Όσοι θα φέρουν τις αληθινές δρακολόγχες θα υποστούν το κύριο βάρος της επίθεσης και ύστερα θα προσπαθήσουν να διασπάσουν τον εχθρό και να χτυπήσουν την καρδιά του Κακού, τον Γκάλαν Ντράκος και την κολασμένη κυρά του. Όμως η αυτοκτονία αντιβαίνει προς τον Όρκο και το Μέτρο. Και στο συγκεκριμένο, λίγοι έχουν αληθινή πίστη στον Πάλανταϊν. Μου είπαν ότι μερικοί πιστεύουν ότι τις λόγχες τις έφτιαξα εγώ. Θέλουν να ξέρουν γιατί πρέπει να διακινδυνέψουν τη ζωή τους τόσο άσκοπα, ενώ θα μπορούσαν να είναι εδώ με τους συντρόφους τους και να πολεμούν ενάντια σε έναν πιο συγκεκριμένο εχθρό, με ίσους όρους. Το να πολεμάς τους δράκους είναι άλλο, κι άλλο να αντιμετωπίσεις την ίδια τη δρακοβασίλισσα. Αυτό είναι τρέλα. Αυτό το μήνυμα το πήρα κάμποσες φορές ήδη.»

Σε αυτό το σημείο ο Άρχοντας Όσγουολ σηκώθηκε. «Θα το ρισκάρουν, ανάθεμά τους! Ιππότες είναι, όχι δειλοί κλέφτες. Θα τους διατάξω να πάρουν τις λόγχες και να τις χρησιμοποιήσουν!»

«Και θα πεθάνουν» μπήκε στη μέση ο Έιβοντεϊλ.

«Τι είπες;» Οι δυο διοικητές καρφώθηκαν με το βλέμμα.

«Θα πεθάνουν, Μεγάλε Μάγιστρε. Είτε πιστεύουν λίγο είτε καθόλου, θα πεθάνουν. Το θέμα δεν είναι αν η δύναμη του Πάλανταϊν κυλάει μέσα στη δρακολόγχη. Πρέπει να πιστεύει και το χέρι που την κρατάει, αλλιώς οι αντιδράσεις του θα είναι αργές, άστοχες. Πρέπει να έχουν πίστη, όπως εμείς, διαφορετικά θα νικηθούν, γιατί θα θεωρήσουν κι αυτές τις λόγχες όμοιες με τις άλλες – αντικείμενα που λυγίζουν, σπάνε ή κομματιάζονται πάνω στις φολίδες των δράκων του Σκότους.»

«Μα η Δρακολόγχη…»

Ο κληρικός από το Έργκοθ σήκωσε το χέρι του για να κάνουν ησυχία. «Έχουμε είκοσι Δρακολόγχες, σωστά;»

«Συν τη λόγχη του πεζικάριου» πρόσθεσε βιαστικά ο Χούμα.

«Είκοσι λόγχες. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι είκοσι άντρες. Νομίζω ότι ο Πάλανταϊν μας φυλάει. Για να υπάρχουν μόνο είκοσι Δρακολόγχες, θα υπάρχει λόγος. Αν πρέπει να αποκτήσουμε κι άλλες, θα το φροντίσει ο Πάλανταϊν. Αν είναι δυνατή η πίστη μας, είτε με είκοσι λόγχες είτε με χίλιες, εμείς θα θριαμβεύσουμε.»

Ο Άρχοντας Όσγουολ κοίταξε τον Χούμα. «Δίκιο έχει.»

Ο Χούμα μελέτησε τους συγκεντρωμένους στο δωμάτιο. Ο Καζ, ο Μπουόρον και ο Έιβοντεϊλ θα τον ακολουθούσαν. Χρειαζόταν μονάχα άλλους δεκαέξι. «Ας είναι είκοσι λοιπόν.»

Κάμποσοι απόρησαν με τα λόγια του. Ο Χούμα δεν περίμενε τις ερωτήσεις τους, αλλά τους ανέπτυξε αμέσως τις σκέψεις του.

«Μπουόρον, Καζ, Άρχοντα Έιβοντεϊλ, ξέρω ότι εσείς οι τρεις θα έρθετε μαζί μου. Ξέρετε τη Δρακολόγχη, ξέρετε τι μπορεί να κάνει. Αν οι είκοσι λόγχες είναι το μόνο που μας χωρίζει από την ήττα, τότε ας ευχαριστήσουμε τον Πάλανταϊν που τις έχουμε και αυτές, κι ας τις χρησιμοποιήσουμε στο μέγιστο βαθμό.»

«Έπρεπε να γίνεις κληρικός, Χούμα, γιατί η πίστη σου είναι η πιο δυνατή που έχω δει.» Στο ύφος του Άρχοντα Γκάι δεν υπήρχε ίχνος ειρωνείας.

Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του Μεγάλου Μάγιστρου και μπήκε ένας από τους Ιππότες του Ρόδου που απάρτιζαν την κυρίως φρουρά των ιπποτών. «Μεγάλε Μάγιστρε, ο Ιππότης Μπένετ επιθυμεί να σου μιλήσει.»

«Τον κάλεσα από τα τείχη εδώ και πολλή ώρα. Πού ήταν;»

«Δεν είπε, άρχοντά μου.»

Ο Άρχοντας Όσγουολ έριξε μια ματιά στον Χούμα και ύστερα έγνεψε αργά. «Να περάσει.»

«Μάλιστα, άρχοντά μου.» Ο φρουρός μίλησε σε κάποιον στον προθάλαμο και μετά στάθηκε προσοχή. Ο Μπένετ –περισσότερο όμοιος με τον πατέρα του παρά ποτέ– μπήκε μεγαλόπρεπα στο δωμάτιο. Χαιρέτησε με σεβασμό το θείο του και αναγνώρισε ευγενικά την παρουσία των άλλων, αν και το Διοικητή του Έργκοθ τον κοίταξε έντονα κάμποση ώρα.

«Τι τρέχει, Μπένετ;»

«Θείε… ε… Μεγάλε Μάγιστρε, μελετούσα τις Δρακολόγχες.»

Η έκφραση του γεροντότερου σκοτείνιασε. «Ποιος σου έδωσε την άδεια;»

Ένα μέρος από τη μεγαλοπρέπειά του χάθηκε. «Το έκανα με δική μου πρωτοβουλία. Δε γινόταν αλλιώς, αφού μου μίλησες για την εξαφάνιση του Χούμα.»

Ο Μπένετ κοίταξε τον Χούμα, αλλά εκείνος δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα από τα σφιγμένα, γερακίσια χαρακτηριστικά του.

«Και;»

Τα μάτια του ανιψιού γούρλωσαν, η μάσκα έπεσε και τόσο ο Χούμα όσο και ο Άρχοντας Όσγουολ έμειναν κατάπληκτοι από το θαυμασμό που απλώθηκε στο πρόσωπο του Μπένετ καθώς μιλούσε.

«Ήταν απαλές στο άγγιγμα – τόσο απαλές που πρέπει να σκίζουν χωρίς προσπάθεια τον αέρα. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τόσο κοφτερή αιχμή, ούτε μέταλλο τόσο λαμπρό – τόσο ζωντανό. Άκουσα ότι πολλοί αμφισβητούν την αυθεντικότητα των λογχών, αλλά εγώ δεν μπορώ να πιστέψω παρά ότι μας τις έστειλε ο Πάλανταϊν διαμέσου του εκλεκτού του μαχητή.»

Για πρώτη φορά ο Χούμα ένιωσε ένα βαθύ σεβασμό να αναβλύζει από τον ανιψιό του Μεγάλου Μάγιστρου και να αφορά τον ίδιο.

Το ίδιο έκπληκτος ήταν και ο Άρχοντας Όσγουολ. Ο Καζ ρουθούνισε αθόρυβα όλο περιφρόνηση, αλλά η ματιά που του έριξε ο Μπένετ τον έκανε να σταματήσει αμέσως.

«Θέλω να είμαι ένας από αυτούς, Μεγάλε Μάγιστρε. Μέτρησα μόνο είκοσι και δεν ξέρω αν πρόκειται να έχουμε περισσότερες, αλλά θέλω να είμαι ένας από αυτούς. Γι’ αυτό έχω εκπαιδευτεί – για να προσφέρω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της Τριανδρίας και του Πάλανταϊν. Αν χρειάζεται να αποδείξω ότι το αξίζω, είμαι έτοιμος να περάσω οποιαδήποτε δοκιμασία.» Ο Μπένετ ξεφύσησε και οι ώμοι του βούλιαξαν. Είχε γυμνώσει τον εαυτό του μπροστά σε όλους και τώρα περίμενε την κρίση.

Ο Μέγας Μάγιστρος κοίταξε μια τον Χούμα και μια τον Έιβοντεϊλ και ύστερα ξανά τον ανιψιό του.

«Ιππότη Μπένετ, είσαι, βλέπω, γιος του αδερφού μου – πριν το άγχος της εξουσίας μάς χωρίσει. Αν μπορείς να παραμείνεις όπως είσαι τώρα, βλέπω σε σένα αυτό που πολλοί έχουν πιστέψει, ότι θα είσαι ένας από τους πρώτους και καλύτερους στις τάξεις μας.» Οι ώμοι του Μπένετ τεντώθηκαν από φανερή περηφάνια. «Αν είσαι πραγματικά αυτό που όλοι πασχίζουμε να είμαστε» συνέχισε ο Όσγουολ «τότε σου ζητώ να έχεις για παράδειγμά σου αυτόν εδώ τον ιππότη» του έδειξε τον εμβρόντητο Χούμα «γιατί είναι η ενσάρκωση της διδασκαλίας μας – είτε το πιστεύει ο ίδιος είτε όχι.»

«Ώστε λοιπόν…»

«Ναι, και σου αναθέτω ένα ειδικό καθήκον. Βρες κι άλλους σαν εσένα, κι από τα τρία τάγματα, δεκαπέντε τον αριθμό, έτοιμους να πιστέψουν τη θέληση και τη δύναμη του Πάλανταϊν, για να σκίσουν τους ουρανούς με τις Δρακολόγχες στα χέρια.»

Ο Μπένετ παραλίγο να βροντήσει πάνω στην πόρτα. Στράφηκε στο θείο του. Ο Άρχοντας Όσγουολ του έκανε νόημα να φύγει. Ο Ιππότης του Ρόδου έφυγε βιαστικός.