«Τον κάλεσα από τα τείχη εδώ και πολλή ώρα. Πού ήταν;»
«Δεν είπε, άρχοντά μου.»
Ο Άρχοντας Όσγουολ έριξε μια ματιά στον Χούμα και ύστερα έγνεψε αργά. «Να περάσει.»
«Μάλιστα, άρχοντά μου.» Ο φρουρός μίλησε σε κάποιον στον προθάλαμο και μετά στάθηκε προσοχή. Ο Μπένετ –περισσότερο όμοιος με τον πατέρα του παρά ποτέ– μπήκε μεγαλόπρεπα στο δωμάτιο. Χαιρέτησε με σεβασμό το θείο του και αναγνώρισε ευγενικά την παρουσία των άλλων, αν και το Διοικητή του Έργκοθ τον κοίταξε έντονα κάμποση ώρα.
«Τι τρέχει, Μπένετ;»
«Θείε… ε… Μεγάλε Μάγιστρε, μελετούσα τις Δρακολόγχες.»
Η έκφραση του γεροντότερου σκοτείνιασε. «Ποιος σου έδωσε την άδεια;»
Ένα μέρος από τη μεγαλοπρέπειά του χάθηκε. «Το έκανα με δική μου πρωτοβουλία. Δε γινόταν αλλιώς, αφού μου μίλησες για την εξαφάνιση του Χούμα.»
Ο Μπένετ κοίταξε τον Χούμα, αλλά εκείνος δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα από τα σφιγμένα, γερακίσια χαρακτηριστικά του.
«Και;»
Τα μάτια του ανιψιού γούρλωσαν, η μάσκα έπεσε και τόσο ο Χούμα όσο και ο Άρχοντας Όσγουολ έμειναν κατάπληκτοι από το θαυμασμό που απλώθηκε στο πρόσωπο του Μπένετ καθώς μιλούσε.
«Ήταν απαλές στο άγγιγμα – τόσο απαλές που πρέπει να σκίζουν χωρίς προσπάθεια τον αέρα. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τόσο κοφτερή αιχμή, ούτε μέταλλο τόσο λαμπρό – τόσο ζωντανό. Άκουσα ότι πολλοί αμφισβητούν την αυθεντικότητα των λογχών, αλλά εγώ δεν μπορώ να πιστέψω παρά ότι μας τις έστειλε ο Πάλανταϊν διαμέσου του εκλεκτού του μαχητή.»
Για πρώτη φορά ο Χούμα ένιωσε ένα βαθύ σεβασμό να αναβλύζει από τον ανιψιό του Μεγάλου Μάγιστρου και να αφορά τον ίδιο.
Το ίδιο έκπληκτος ήταν και ο Άρχοντας Όσγουολ. Ο Καζ ρουθούνισε αθόρυβα όλο περιφρόνηση, αλλά η ματιά που του έριξε ο Μπένετ τον έκανε να σταματήσει αμέσως.
«Θέλω να είμαι ένας από αυτούς, Μεγάλε Μάγιστρε. Μέτρησα μόνο είκοσι και δεν ξέρω αν πρόκειται να έχουμε περισσότερες, αλλά θέλω να είμαι ένας από αυτούς. Γι’ αυτό έχω εκπαιδευτεί – για να προσφέρω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της Τριανδρίας και του Πάλανταϊν. Αν χρειάζεται να αποδείξω ότι το αξίζω, είμαι έτοιμος να περάσω οποιαδήποτε δοκιμασία.» Ο Μπένετ ξεφύσησε και οι ώμοι του βούλιαξαν. Είχε γυμνώσει τον εαυτό του μπροστά σε όλους και τώρα περίμενε την κρίση.
Ο Μέγας Μάγιστρος κοίταξε μια τον Χούμα και μια τον Έιβοντεϊλ και ύστερα ξανά τον ανιψιό του.
«Ιππότη Μπένετ, είσαι, βλέπω, γιος του αδερφού μου – πριν το άγχος της εξουσίας μάς χωρίσει. Αν μπορείς να παραμείνεις όπως είσαι τώρα, βλέπω σε σένα αυτό που πολλοί έχουν πιστέψει, ότι θα είσαι ένας από τους πρώτους και καλύτερους στις τάξεις μας.» Οι ώμοι του Μπένετ τεντώθηκαν από φανερή περηφάνια. «Αν είσαι πραγματικά αυτό που όλοι πασχίζουμε να είμαστε» συνέχισε ο Όσγουολ «τότε σου ζητώ να έχεις για παράδειγμά σου αυτόν εδώ τον ιππότη» του έδειξε τον εμβρόντητο Χούμα «γιατί είναι η ενσάρκωση της διδασκαλίας μας – είτε το πιστεύει ο ίδιος είτε όχι.»
«Ώστε λοιπόν…»
«Ναι, και σου αναθέτω ένα ειδικό καθήκον. Βρες κι άλλους σαν εσένα, κι από τα τρία τάγματα, δεκαπέντε τον αριθμό, έτοιμους να πιστέψουν τη θέληση και τη δύναμη του Πάλανταϊν, για να σκίσουν τους ουρανούς με τις Δρακολόγχες στα χέρια.»
Ο Μπένετ παραλίγο να βροντήσει πάνω στην πόρτα. Στράφηκε στο θείο του. Ο Άρχοντας Όσγουολ του έκανε νόημα να φύγει. Ο Ιππότης του Ρόδου έφυγε βιαστικός.
Ο Μπένετ έκανε ακριβώς ό,τι του είπαν. Έψαξε για εθελοντές και στα τρία τάγματα και τους διάλεξε με βάση την αξία και την πίστη τους και όχι με κριτήριο το αν του ήταν πιστοί ή όχι, όπως θα είχε κάνει πριν από το θάνατο του πατέρα του. Ανάμεσα στους εθελοντές υπήρχαν βετεράνοι και σχεδόν νεοφώτιστοι. Ο Μπένετ διάλεξε –προς μεγάλη έκπληξη όλων– και τρεις ιππότες που είχαν χάσει μέλη ή που είχαν οριστικά σακατευτεί, όλοι τους στον πόλεμο. Σε καιρό ειρήνης ο Άρχοντας Όσγουολ θα τους είχε δώσει δουλειά στο Ακροπύργιο, κάτι για να απασχολούνται χωρίς να εκτίθενται σε κινδύνους. Όμως κάθε άντρας ικανός να πολεμήσει ήταν απαραίτητος. Άντρες που είχαν χάσει πόδι ήταν πάντοτε ικανοί να καβαλήσουν άλογο και να κρατήσουν σπαθί. Όποιος είχε ένα άχρηστο χέρι σήμαινε ότι ο ιππότης μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άλλο. Ένας Ιππότης της Σολάμνια δεν εγκατέλειπε τον αγώνα παρά μόνο θριαμβευτής ή νεκρός. Αν είχαν απομακρύνει αυτούς τους άντρες από τις τάξεις τους, οι διαθέσιμες δυνάμεις του Ακροπυργίου θα είχαν μειωθεί τουλάχιστον κατά το ένα τέταρτο.
Με την υποχώρηση των δυνάμεων της δρακοβασίλισσας από την περιοχή του Ακροπυργίου, οι γραμμές ανεφοδιασμού άνοιξαν ξανά, αν και σποραδικά. Περιμένοντας την πρώτη ευκαιρία, οι ιππότες των νότιων συνόρων έστελναν τρόφιμα και πρώτες ύλες. Ήταν επικίνδυνη δουλειά εξαιτίας των ογκρ – και οι δράκοι έκαναν ακόμα επιδρομές στους δρόμους και μερικές άμαξες δεν ολοκλήρωναν ποτέ το ταξίδι τους.