Выбрать главу

Τα βουνά στα δυτικά ήταν δυσοίωνα σιωπηλά και ο Χούμα έπιασε τον εαυτό του να τα κοιτάζει κάθε τόσο. Ο Μάτζιους ήταν ακόμα εκεί και ο Χούμα ένιωθε πάντα την επιθυμία να επιχειρήσει να τον σώσει. Το να περιμένει στο Ακροπύργιο την επόμενη ύπουλη κίνηση του Γκάλαν Ντράκος και της κυράς του τον ενοχλούσε.

Ίσως ήταν ευκολότερο αν βρισκόταν κοντά του η Γκουίνεθ, αλλά δεν είχε γυρίσει ύστερα από εκείνη τη νύχτα. Ο Χούμα είχε αρχίσει να μιλάει με την ασημένια δράκαινα. Μιλούσαν μόνο όταν ήταν μόνοι οι δυο τους, γιατί η παρουσία των άλλων δράκων που φυλούσαν το Ακροπύργιο –και ειδικά των δύο αδερφών της ασημένιας, οι οποίοι τον κοίταζαν έντονα κάθε φορά που βρισκόταν κοντά τους– τον έφερνε σε δύσκολη θέση.

Η δράκαινα άκουγε την κάθε του λέξη και απαντούσε στις ερωτήσεις του με τόση ένταση που συχνά ξεχνούσε ότι μιλούσε με ένα πλάσμα απείρως μεγαλύτερο και αρχαιότερο από τον ίδιο. Ταυτόχρονα, η δράκαινα φαινόταν να υποφέρει από μια λύπη που ο Χούμα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Μόνο μια φορά την πίεσε να του πει. Όταν το είχε παρατραβήξει, η μεγάλη δράκαινα είχε γυρίσει κι είχε φύγει χωρίς να πει άλλη λέξη.

Ο Χούμα δεν μπορούσε να εξηγήσει τα αισθήματα που τον είχαν κατακλύσει, αλλά κατά κάποιον τρόπο καταλάβαινε ότι αιτία της μόνιμης θλίψης του τεράστιου πλάσματος ήταν ο ίδιος.

Πρόσεξε πολύ να μη θίξει αυτό το θέμα ξανά, από το φόβο του για το τι μπορεί να αποκαλυπτόταν.

Τρεις μέρες πέρασαν, και τότε σαν να άνοιξαν οι ίδιοι οι ουρανοί. Οι ιππότες του Ακροπυργίου έδειχναν ψηλά κι άρχισαν οι ψίθυροι. Αν και αρνιόνταν το φόβο, πολλοί χλόμιασαν καθώς θυμήθηκαν την τελευταία φορά που είχε γίνει έτσι ο ουρανός.

Ο Χούμα έτρεξε σας επάλξεις, με τον Καζ και τον Μπουόρον να τον ακολουθούν κατά πόδας. Τόσο ο Χούμα όσο και ο μινώταυρος κοίταζαν με μισόκλειστα μάτια τη φρίκη που απλωνόταν μπροστά τους. Ο Μπουόρον, που είχε έρθει από το νοτιοδυτικό φυλάκιο, δεν ήταν παρών τότε, αλλά κοίταξε προσεκτικά τη σκηνή και ύστερα στράφηκε στους συντρόφους του, για να αντικρίσει για πρώτη φορά την έκφρασή τους.

Χλομιάζοντας κι ο ίδιος, ρώτησε «Τι σημαίνει αυτό; Γιατί τόση σκοτεινιά;»

Η σκοτεινιά, που κυλούσε κατά πάνω τους και που παραλίγο να τους στοιχίσει τον πόλεμο στην προηγούμενη μάχη, απλωνόταν ενάντια στις πιο προωθημένες αμυντικές θέσεις. Ο άνεμος γύρω από το Ακροπύργιο λυσσομανούσε.

Κεφαλαίο 26

«Τις Δρακολόγχες! Πρέπει να πετάξουμε αμέσως!»

Ενώ ο Χούμα και οι σύντροφοί του έμπαιναν στο προαύλιο, οι άλλοι συγκεντρώνονταν κιόλας. Ο Μπένετ τον κοίταξε όπως κοιτάζει ο υπασπιστής το διοικητή του. Στην προκειμένη περίπτωση αρχηγός ήταν ο Χούμα.

Οι δράκοι ήταν επίσης παρόντες. Είχαν δυσκολευτεί να αποφασίσουν ποιοι θα πήγαιναν με τους ιππότες. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, οι δράκοι προσφέρθηκαν όλοι. Τελικά την επιλογή την έκανε η ασημένια δράκαινα, μια και εκείνη ήταν η πιο σχετική με τις λόγχες. Η απόφασή της δεν αμφισβητήθηκε, γιατί οι εθελοντές επιλέχτηκαν ανάλογα με τις προηγούμενες επιδόσεις τους και την παρούσα φυσική τους κατάσταση. Υπήρχαν ασημένιοι, μπρούτζινοι –με τον Κεραυνό να είναι ο πιο φωνακλάς ανάμεσά τους– ακόμα κι ένας χρυσός. Παραπάνω από αρκετές σέλες είχαν φτιαχτεί και οι αξιόμαχοι ιππότες ολοκλήρωναν ήδη αυτό το μέρος της προετοιμασίας τους. Κάποιος μάλιστα είχε σκεφτεί να στερεώσει τη λόγχη του πεζικάριου στην ασημένια δράκαινα που θα ίππευε ο Χούμα.

Όταν ήταν όλα έτοιμα, ο Χούμα γύρισε και τους κοίταξε όλους. Τον περίμεναν. Μόρφασε, συνειδητοποιώντας ότι περίμεναν τη διαταγή του. Ακόμα και ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ, που για τον Χούμα ήταν ο πιο κατάλληλος για αρχηγός των ιπτάμενων ιπποτών, αυτόν περίμενε. Ο Χούμα στράφηκε μπροστά. Βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν εντάξει και έδωσε το σινιάλο της αναχώρησης.

Τι εντυπωσιακό θέαμα, σκέφτηκε, γυρίζοντας στιγμιαία να κοιτάξει πίσω του. Οι είκοσι δράκοι μπήκαν σε σχηματισμό αιχμής, με τον Χούμα στην κορυφή. Ο Καζ με τον Κεραυνό βρίσκονταν στα αριστερά του και λίγο πιο πίσω και ο Μπουόρον στα δεξιά. Τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ δεν τον έβλεπε γιατί πετούσε πίσω του.

Τη σκέψη του διέκοψε η ασημένια δράκαινα που γύρισε το κεφάλι της για να του μιλήσει. «Χούμα, εγώ…» Κοίταξε ίσια μπροστά του περιμένοντας τα δει τα παιδιά της δρακοβασίλισσας να ξεπροβάλλουν από τα σύννεφα. «Τίποτα. Ή… Ήθελα απλώς να σου πω ότι μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου για όλα.»

«Θα σου είμαι πάντα ευγνώμων» φώναξε ο Χούμα. Ο άνεμος είχε δυναμώσει τόσο που ούρλιαζε στ’ αυτιά της και δεν ήξερε αν τον άκουγε καλά η δράκαινα. Εκείνη είχε ήδη στρέψει το κεφάλι της μπροστά. Ακόμα και το να μπουν στο τοίχος της σκοτεινιάς που είχαν υψώσει οι πιστοί του Γκάλαν Ντράκος απαιτούσε πραγματική μάχη. Οι άνεμοι ήταν τρομεροί. Οι αναβάτες ήταν δεμένοι και οι Δρακολόγχες ήταν κι αυτές στερεωμένες στους δράκους για ασφάλεια. Ο Χούμα και η ασημένια δράκαινα μπήκαν πρώτοι, και ήταν σαν να μην υπήρχε ο Κριν. Ουρανός και γη είχαν χαθεί. Δεν υπήρχε παρά ο ιππότης, ο δράκος του και η λόγχη του. Όχι, συνειδητοποίησε ο Χούμα. Υπήρχε κάτι ακόμα. Πίσω του έβλεπε τη λόγχη από τις υπόλοιπες Δρακολόγχες. Στην αρχή φοβήθηκε ότι θα έλαμπαν σαν φάροι και θα ξεσήκωναν τις δυνάμεις της Τακίσις. Ύστερα είδε πώς οι λόγχες έτρωγαν το σκοτάδι καταστρέφοντας το ξόρκι. Τότε δεν είχε πια σημασία αν τους έβλεπαν ή όχι. Το σκοτάδι δεν ήταν πια απειλή.