«Περάσαμε!» φώναξε η ασημένια δράκαινα.
Ο κόσμος φανερώθηκε ξανά. Όταν ο Χούμα τη διέσχιζε πεζός, η απόσταση φαινόταν τόσο τεράστια, ένα ατέλειωτο σκοτάδι όπου πλάσματα μιας άλλης διάστασης σκλήριζαν και κρύβονταν για να αρπάξουν το τυφλωμένο θύμα τους. Εκείνη τη στιγμή του φαινόταν μηδαμινή.
Τους όρμησαν οι δράκοι του εχθρού.
Πρώτος δέχτηκε επίθεση ο Χούμα και η ασημένια δράκαινα τη στιγμή που ξανάβγαιναν στο φως. Ένας μοναχικός ιππότης με το δράκο του πρέπει να φαινόταν εύκολη λεία για τους κόκκινους δράκους και δυο από αυτούς ξεχώρισαν από τ’ αδέρφια τους για να ασχοληθούν με τον Χούμα. Όμως πίσω από τον Χούμα άρχισαν να προβάλλουν οι άλλοι δρακοκαβαλάρηδες και η εύκολη λεία έγινε φονικός κυνηγός. Οι δύο –υπερβολικά σίγουροι για τον εαυτό τους– κόκκινοι έπεσαν γρήγορα, μη προλαβαίνοντας να το σκάσουν. Οι άλλοι –γαλάζιοι, μαύροι και κόκκινοι– πήγαν με μεγαλύτερο δισταγμό. Ο Χούμα είχε την εντύπωση ότι έκαναν την επίθεση μόνο και μόνο επειδή φοβούνταν την κυρά τους περισσότερο από τις Δρακολόγχες.
Ένας από τους είκοσι, ο Χάλεριν –ένας καινούριος αλλά ικανός Ιππότης του Στέμματος– έπεσε καθώς φλεγόταν από το οξύ που του εξαπόλυσε ο αντίπαλός του. Οι άλλοι ιππότες σκότωσαν τέσσερις εχθρούς και οι υπόλοιποι δράκοι του Σκότους έστρεψαν τα νώτα, αποφασισμένοι να διακινδυνέψουν την οργή της αφέντρας τους.
Μερικοί ιππότες θέλησαν να τους κυνηγήσουν, αλλά ο Χούμα τους έγνεψε να εγκαταλείψουν αυτή τη σκέψη και να διατηρήσουν την πορεία που είχαν έως εκείνη τη στιγμή. Στόχος του Χούμα ήταν η πηγή του Σκότους.
Αντιμετώπισαν κάμποσες επιθέσεις των πλασμάτων του αέρα. Υπήρχαν δράκοι όλων σχεδόν των χρωμάτων. Κάποια στιγμή χτυπήθηκαν με κάτι μεγάλα πλάσματα όμοια με πουλιά, που είχαν σαγόνια λιονταριού και τρία ζευγάρια νύχια. Άλλος ένας δρακοκαβαλάρης χάθηκε από ένα τέτοιο φρικτό πλάσμα, που δεν μπορούσε παρά να είναι δημιούργημα του ίδιου του Γκάλαν Ντράκος. Η συγκεκριμένη απώλεια λύπησε ιδιαίτερα τον Χούμα, γιατί ήταν ένας βετεράνος του Ρόδου γεμάτος ουλές, ονόματι Μάρικ Όγκρμπεϊν. Ήταν ένας από τους ανάπηρους ιππότες και ο πρώτος που προσφέρθηκε εθελοντής. Απόμεναν πλέον μόνο δεκαοκτώ. Καθώς πετούσαν, ο Χούμα απομνημόνευε τον τόπο και τις συνθήκες θανάτου τους, ελπίζοντας να διαιωνίσει κάποια μέρα την ανδρεία τους με τραγούδια ή στίχους.
Ήξερε πως κόντευαν πια, έφταναν στην πηγή του ξορκιού.
Το ένιωθε.
«Κάτι βλέπω, Χούμα» είπε η ασημένια δράκαινα.
«Πού;»
«Εκεί κάτω, δεξιά.»
Ακολούθησε το βλέμμα της. Υπήρχε ένας λόφος μονάχα, γυμνός, εκτός από μερικά γερτά και ξεραμένα δέντρα, φυτεμένα, λες, με κάποιο σχέδιο. Ασφαλώς, δεν ήταν αυτό που περίμενε –και το είπε στην ασημένια δράκαινα.
Εκείνη χαμογέλασε με νόημα. «Μην κοιτάς με τα μάτια, Χούμα. Κοίτα με τη σοφία του Πάλανταϊν. Είδες ποτέ σου δέντρα να φυτρώνουν σε μορφή πεντάλφα;»
Ο Ιππότης κοίταξε ξανά – και συνειδητοποίησε πόσο ακριβές ήταν το σχέδιο. Καθώς τα κοίταζε, τα δέντρα φάνηκαν να ταλαντεύονται σαν να μην ήταν αληθινά. Δε σβήστηκαν, αλλά μεταμορφώθηκαν σε φιγούρες με σκούρους χιτώνες, σαν το μάγο που είχε επιτεθεί στον Χούμα στα δάση, σε μια εποχή που εκείνη τη στιγμή φαινόταν πολύ μακρινή.
Τους έβλεπε πλέον με μεγαλύτερη ακρίβεια. Κάπου δώδεκα μορφές στέκονταν με λυγισμένα γόνατα στο χώμα, με τα κεφάλια κάτω, τα χέρια τεντωμένα προς το κέντρο της πεντάλφα, όπου στεκόταν ένας δικός τους με τα χέρια σηκωμένα ψηλά.
«Τους ορμάμε; Φαίνονται απροετοίμαστοι» φώναξε από το πλάι ο Καζ. Ο Κεραυνός βιάστηκε να εκδηλώσει παρόμοιες διαθέσεις.
«Τους θέλω ζωντανούς αν γίνεται.»
Ο Καζ ρουθούνισε. «Αν γίνεται;»
Ο Κεραυνός βούτηξε μπροστά – και παραλίγο να πληγωθεί βαριά από κάτι που βρυχώταν ενώ έσκιζε το αέρινο πέπλο σαν μια αστραπή που βγήκε από τη γη. Ο Καζ και ο Κεραυνός έκαναν κύκλο για να δοκιμάσουν ξανά και αυτή τη φορά, μόλις εκδηλώθηκε η επίθεση, την απέφυγαν με ευκολία. Ένας κεραυνός έσκισε τους ουρανούς και χτύπησε το λόφο. Όταν διαλύθηκε ο καπνός, ένας μικρός κρατήρας σημάδευε το μέρος όπου στέκονταν πριν οι φιγούρες.