Ο Χούμα άκουσε την ασημένια δράκαινα να γελάει και στράφηκε προς το μέρος της. «Εξ ου και το όνομά του, Κεραυνός. Όλοι οι μπρούτζινοι δράκοι είναι ικανοί γι’ αυτό το κόλπο, αλλά λίγοι έχουν τη δική του ακρίβεια και κανένας δεν τον φτάνει.»
Με διαλυμένη την άμυνά τους, οι αποστάτες μάγοι ρίχτηκαν στη μάχη. Σηκώθηκαν σαν ένα σώμα και στράφηκαν προς τους νεοφερμένους. Αν και ο Χούμα δεν μπορούσε να είναι σίγουρος από τέτοια απόσταση, τα πρόσωπά τους είχαν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα. Θα μπορούσαν να είναι όλοι αδέρφια. Τότε ο Χούμα συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό στο οποίο έμοιαζαν τόσο. Ενεργούσαν σαν να βρίσκονταν κάτω από την επήρεια ενός ξορκιού ή με τέτοια αυτοσυγκέντρωση που είχε αποτυπωθεί στα πρόσωπα και τις κινήσεις τους. Ήταν, κατά μία έννοια, σαν ένα άτομο κι εκείνη τη στιγμή έδειχναν με τα χέρια τους τον Χούμα και την ασημένια δράκαινα.
«Βούτα!» φώναξε εκείνος, αλλά η δράκαινα το έκανε ήδη. Οι αποστάτες προσπάθησαν να παρακολουθήσουν τις κινήσεις τους, αλλά η δράκαινα ζωγράφισε στον ουρανό ένα πολύπλοκο σχέδιο με στροφές και βυθίσεις. Ενώ οι μάγοι επικεντρώνονταν πάνω της, οι άλλοι δρακοκαβαλάρηδες τους πλησίασαν.
Για πόση ώρα θα μπορούσαν οι αποστάτες να αμύνονται και να διατηρούν το σκοτάδι ταυτόχρονα; αναρωτήθηκε ο Χούμα.
«Χούμα, εκεί πέρα!»
Ακριβώς πάνω από το λόφο φάνηκε ο στρατός των ογκρ να βαδίζει σταθερά. Η γη ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη από τα ογκρ, τους ανθρώπους-συμμάχους τους, τα γκόμπλιν και μερικά αδιευκρίνιστα όντα, πειράματα των μάγων το δίχως άλλο. Πλάσματα με πολλά χέρια, πολλά πόδια, ακόμα και πολλά κεφάλια και κορμούς.
Ο αέρας ο ίδιος σκίστηκε στο διάβα τους και ο Χούμα είδε φευγαλέα έναν τόπο που γνώριζε μόνο από τους εφιάλτες και τις προσευχές του. Ήταν μια ματιά μονάχα, αλλά η σκοτεινιά ήταν τόσο τρομερή, τόσο έτοιμη να τον καταπιεί, που κατάλαβε ότι δεν μπορούσε παρά να είναι η Άβυσσος.
Τόση δύναμη είχαν. Είχαν ανοίξει ένα ρήγμα στο θνητό επίπεδο – και αυτό το ρήγμα θα τον κατάπινε! Ο Χούμα άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα, κι ακόμα και η ασημένια δράκαινα ταράχτηκε μπροστά σε αυτό το θέαμα. Το ρήγμα φάνηκε να φαρδαίνει, εμποδίζοντάς τους είτε να φύγουν είτε να κρυφτούν. Τους πλησίασε κι άλλο – και τότε η δύναμη που το κρατούσε ανοιχτό κατέρρευσε, καθώς ο αποστάτες δέχτηκαν την επίθεση των δράκων του Φωτός. Οι μάγοι είχαν φτάσει στα όρια της αυτοσυγκέντρωσής τους. Καθώς τους επιτέθηκαν οι δράκοι, ένας-ένας με τη σειρά, μερικοί αποστάτες στάθηκαν να πολεμήσουν και πέθαναν επιτόπου. Οι υπόλοιποι σκόρπισαν και ο σύνδεσμός τους καταστράφηκε.
Πίσω τους το σκοτάδι εξαφανίστηκε. Διάφορα πλάσματα τσίριξαν με φρίκη μπροστά στο φως. Είχαν μεγαλώσει στο σκοτάδι, ίσως και στην Άβυσσο την ίδια. Για εκείνα το φως ήταν θάνατος. Οι μορφές τους δεν μπορούσαν να υπάρξουν δίχως το σκοτάδι. Χάθηκαν σαν πάχνη, χωρίς ν’ αφήσουν κανένα ίχνος από το πέρασμά τους.
Αυτό όμως δε θα απέτρεπε την τεράστια δύναμη που βάδιζε ακόμα και εκείνη τη στιγμή προς το λόφο όπου έτρεχαν σκόρπιοι οι μάγοι. Οι αρχηγοί της δρακοβασίλισσας, μη διαθέτοντας τη φαντασία και την τόλμη του Κράινους, έριχναν όλη τους τη δύναμη στην πρώτη μάχη.
Η δράκαινα στράφηκε ξανά στον Χούμα. «Φοβούνται, Χούμα. Όχι εμάς, αλλά τον Γκάλαν Ντράκος και τη δρακοβασίλισσα. Έτσι νομίζω.»
«Τι μπορούμε να κάνουμε;»
«ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ!»
Ο Χούμα άκουσε πίσω του φωνές και κραυγές. Μπροστά του μια μορφή υψώθηκε στον αέρα με τα μπράτσα σταυρωμένα, χαμογελώντας αυτάρεσκα κάτω από μια γκρίζα κουκούλα. Ήταν ψηλός –ίσως ψηλότερος από τον Χούμα– και λεπτός, έμοιαζε περισσότερο με καλογυμνασμένο ιππότη παρά με μάγο, που προφανώς ήταν. Εκτός από το μοχθηρό χαμόγελό του, το υπόλοιπο πρόσωπο του αιωρούμενου μάγου ήταν κάτι περισσότερο από σκιά.
«Γκάλαν Ντράκος.» Ο Χούμα ψιθύρισε το όνομα μονολογώντας, αλλά ήταν φανερό ότι ο μάγος τον άκουσε, γιατί έγειρε το κεφάλι αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του.
«Είσαι ο Χούμα. Φαίνεσαι πολύ διαφορετικός όταν σε βλέπει κανείς με ανθρώπινα μάτια. Αυτό είναι το μοναδικό ελάττωμα των ντρέντγουλφ. Βλέπεις όπως κι εκείνοι.»
Ο Χούμα με μεγάλη δυσκολία συγκρατιόταν να μη διατάξει την ασημένια δράκαινα να ορμήσει στην αιωρούμενη μορφή. Ήταν η ενσάρκωση του κάθε Κακού.
Ο Γκάλαν Ντράκος χαμογελούσε πλατιά. «Την ώρα σου χάνεις, καλέ μου ιππότη. Πραγματικά, αυτές οι λόγχες αποτελούν πλεονέκτημα απέναντι στους δράκους, αλλά έχεις –συγνώμη, είχες– μονάχα είκοσι και οι δράκοι είναι πολύ περισσότεροι. Δες και μόνος σου.» Ο μάγος τού έδειξε τον ορίζοντα πίσω του.