Выбрать главу

Ο Χούμα τρεμόπαιξε τα βλέφαρα. Μια σκούρα μάζα ερχόταν από τον ορίζοντα. Στην αρχή την πέρασε για καινούριο ξόρκι Σκότους. Ύστερα είδε ότι δεν ήταν ένα πράγμα, αλλά πολλά, τεράστια ιπτάμενα πλάσματα.

Δράκοι. Τα παιδιά της Τακίσις. Εκατοντάδες από δαύτα.

Όταν ο Χούμα γύρισε να τον κοιτάξει, ο Γκάλαν Ντράκος χαμογελούσε ακόμα. «Με τη βοήθεια της σκοτεινής κυράς μου, τους κάλεσα από ολόκληρο τον Κριν. Μέχρι και τον τελευταίο τους. Μαύρους, κόκκινους, άσπρους, πράσινους – όλων των ειδών τους δράκους. Πετούν μέρες για να έρθουν εδώ – και κοντεύουν να φτάσουν.»

Είκοσι λόγχες – δεκαοκτώ πια. Δεκαοκτώ ενάντια σε εκατοντάδες και εκατοντάδες δράκους. Αχ και να ’χαν περισσότερες λόγχες…

«Αν παραδοθείς τώρα, ίσως βρεθεί κάποια θέση για σένα. Η κυρά μου έχει εντυπωσιαστεί πολύ από την ικανότητά σου να επιβιώνεις. Αν θελήσεις να θέσεις τα ταλέντα σου στην υπηρεσία της, θα φανεί πολύ… ευγνώμων.» Ο αποστάτης χαμογέλασε. «Δεν έχεις δει παρά μονάχα την πολεμική της όψη. Έχει κι άλλα ταλέντα – το ίδιο θαυμαστά.»

Από κάτω του η ασημένια δράκαινα έβγαλε ένα ασυνήθιστο γι’ αυτήν οργισμένο σφύριγμα και ο Χούμα βρέθηκε να πλησιάζει το μάγο. Πράγμα περίεργο, βλέποντας τον κολοσσό να του επιτίθεται με νύχια και με δόντια, ο Ντράκος γέλασε μόνο.

Τα σαγόνια της δράκαινας έκλεισαν ακίνδυνα.

«Παραίσθηση» μουρμούρισε ο Χούμα.

Ένα κοροϊδευτικό γέλιο απόμεινε να πάλλεται στον αέρα. Η ομάδα αιωρούνταν αβέβαιη, περιμένοντας τις οδηγίες του Χούμα. Εκείνος συνέχισε να κοιτάζει το σημείο όπου είχε εμφανιστεί το είδωλο του Γκάλαν Ντράκος.

Μη αντέχοντας να περιμένει άλλο, κάποιος ανώνυμος ιππότης πίσω από τον Χούμα κραύγασε «Χάσαμε!»

«Κανείς δεν έχασε μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος ιππότης, Ντέρικ» του φώναξε ο Μπένετ. Ψιθύρισε κάτι στο χρυσό του δράκο κι εκείνος πλησίασε πρόθυμα για να μπορεί ο αναβάτης του να μιλήσει με τον Χούμα χωρίς να ακούν οι άλλοι. «Τι κάνουμε;»

Του ζητούσε οδηγίες ο Μπένετ; Αν η συνολική κατάσταση δεν ήταν τόσο τραγική, ο Χούμα μπορεί και να γελούσε. «Γυρνάμε πίσω. Πρέπει να ειδοποιήσουμε το Ακροπύργιο. Με τόσο λίγες λόγχες πρέπει να σταθούμε γύρω από το Βίνγκααρντ. Να κάνουμε την κατάληψή του όσο πιο δαπανηρή γίνεται.»

«Εγκαταλείπεις;»

«Καθόλου. Προς το παρόν, η καλύτερη επιλογή μας είναι η άμυνα του Ακροπυργίου.» Στράφηκε στους άλλους. «Πίσω στο Βίνγκααρντ!.»

Ενώ έκαναν μεταβολή για να φύγουν από την επερχόμενη ορδή, ο Χούμα προσπαθούσε να κρύψει την απογοήτευσή του. Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική.

Τότε κάτι λαμπρό γυάλισε στα μάτια του και στην αρχή το πέρασε για αντανάκλαση του ήλιου. Μόνο που –συνειδητοποίησε ξαφνικά– δεν υπήρχε ήλιος. Αυτό που γυάλιζε ήταν ένα φως άγνωστης προέλευσης.

Τα μάτια του Χούμα εστίασαν στο μικρό φωτάκι που τρεμόπαιζε. Έμοιαζε με φάρο. Δεν ήταν ακριβώς φως, αλλά μια πρασινωπή φεγγοβολή. Του θύμισε το φως που έβγαινε από το Σπαθί των Δακρύων.

Η φεγγοβολή φάνηκε να πεταρίζει κατά τη γη και ο Χούμα δίστασε. Έστρεψε την προσοχή της ασημένιας δράκαινας προς το μέρος του.

«Σαν τι σου φαίνεται αυτό;»

«Σαν αγγελιοφόρος, αλλά μου φαίνεται ότι ο δημιουργός του φοράει μαύρα. Αγνόησέ το κι ας γυρίσουμε πριν χειροτερέψουν τα πράγματα. Δε… δε μου αρέσει καθόλου εδώ πέρα.» Ο Χούμα συνειδητοποίησε ότι η δράκαινα φερόταν παράξενα. Από τότε που απέτυχε η επίθεσή της ενάντια στον Ντράκος, ήταν σιωπηλή, σχεδόν σκυθρωπή. Ο Χούμα συνειδητοποίησε ότι αυτό άρχισε μετά τα σχόλια του Ντράκος για τις χάρες της κυράς του. Γιατί όμως; Φοβόταν μήπως πέσει ο ιππότης θύμα ενός τέτοιου απατηλού ονείρου;

Ο Χούμα πήρε βαθιά ανάσα και κούνησε το κεφάλι. «Ακολούθησε το φως.»

«Χούμα…»

«Καν’ το.» Δεν της είχε ξαναμιλήσει έτσι, αλλά εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τις επιλογές της. Εκείνος έπρεπε να πάρει την απόφαση.

«Χούμα!» φώναξε ο Καζ από μπροστά. Ο Χούμα κούνησε το κεφάλι και του έδειξε κατά το Ακροπύργιο ανέκφραστος. Ο μινώταυρος μουρμούρισε κάτι στον Κεραυνό και μετά στράφηκε στους άλλους, για να δει τι συνέβαινε. Κάτι τους φώναξε. Όπως και αν είχαν τα πράγματα, ο μεγαλόσωμος ανατολίτης θα περίμενε με το δράκο του μέχρι να ικανοποιήσει την περιέργειά του ο Χούμα.

Διστακτικά, η ασημένια δράκαινα άρχισε να ακολουθεί την πρασινωπή φεγγοβολή στην κάθοδό της. Όταν έφτασαν στους πρόποδες κάποιου συγκεκριμένου λόφου, το πράσινο φέγγος χάθηκε απότομα. Η ασημένια δράκαινα προσγειώθηκε και ο Χούμα κοίταξε ολόγυρα με προσμονή.

«Έρχομαι ειρηνικά, Ιππότη της Σολάμνια.» Η φωνή ήταν βαριά και του έγδαρε τ’ αυτιά. Προερχόταν από το είδωλο ενός κοντού, αδύνατου άντρα με υπερβολικά μεγάλο κεφάλι και λεπτά χαρακτηριστικά νυφίτσας. Δεν είχε ούτε τρίχα.