Выбрать главу

«Ας ιδρώσουν κι αυτοί λιγάκι. Ας περιμένουν κι εκείνοι. Όταν χάσει την υπομονή του ο Γκάλαν Ντράκος ή η κυρά του, τότε θα κινηθούμε εμείς.»

Ένας χρυσός δράκος κατέβηκε πεταρίζοντας από έναν οβελίσκο. Ήταν γέρος, ακόμη και για δράκος. Το δέρμα του ήταν σκασμένο και γεμάτο πανάρχαιες πολεμικές ουλές. Η μορφή του όμως δεν έδειχνε καμία αδυναμία.

«Μετέφερα στους υπόλοιπους την προηγούμενη προσφορά σου.» Η φωνή ήταν βαθιά και βροντερή κι έμοιαζε λιγάκι με του στοιχειακού της γης που υπηρετούσε τον Μάτζιους.

Οι ιππότες σώπασαν.

Ο Άρχοντας Όσγουολ δίστασε στην αρχή, αλλά τελικά τον ρώτησε «Και ποια είναι η απάντησή τους;»

Ο δράκος τού έριξε μια ματιά σαν να του έλεγε «σ’ τα ’λεγα εγώ». «Δε σας εγκαταλείπουμε. Χωρίς το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, τα προκεχωρημένα φυλάκια δε θα μπορέσουν να σταθούν. Εδώ θα δοθεί η κρίσιμη μάχη. Αν πέσει το Βίνγκααρντ, θα πέσει και το Έργκοθ κι έπειτα η γη των ξωτικών και η γη των νάνων. Και τότε η βασίλισσα θα κυβερνήσει τα πάντα.»

«Ήθελα, αν νικηθούμε εδώ, να κρατήσω ζωντανό τον αγώνα του Πάλανταϊν.»

«Ο αγώνας του Καλού είναι πάντα ζωντανός. Ακόμα και η Τακίσις το γνωρίζει.»

Παρά τη δραστηριότητα γύρω τους, για την ομάδα ήταν σαν να είχε πάψει κάθε ήχος. Ο Χούμα κατάλαβε ότι οι δράκοι θα πολεμούσαν μέχρι θανάτου. Για χάρη των συμμάχων τους, των ανθρώπων. Για την πίστη τους στις διδαχές του Πάλανταϊν.

Τότε ο Μεγάλος Μάγιστρος έκανε κάτι χωρίς προηγούμενο. Γονάτισε στο ένα του πόδι και απέτισε τιμή όχι στο συγκεκριμένο δράκο αλλά σε ολόκληρη τη φυλή τους. Παρά το ότι ο δρόμος προς την ελευθερία ήταν ανοιχτός, εκείνοι έμεναν στις θέσεις τους.

«Ευχαριστώ. Έλπιζα – αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς.»

Ο χρυσός δράκος κούνησε μεγαλόπρεπα το κεφάλι του, άνοιξε τα μακριά φτερά του και υψώθηκε στον ουρανό. Ο Μεγάλος Μάγιστρος τον παρακολούθησε σιωπηλός και ύστερα, ακούγοντας έναν καινούριο ήχο, στράφηκε προς το μέρος του. Οι ακόλουθοι έτρεχαν προς τους συγκεντρωμένους ιππότες κουβαλώντας τις ψεύτικες Δρακολόγχες για τους πεζικάριους. Ο Χούμα κοίταξε τις λόγχες καθώς τις έβγαζαν από τα κιβώτια. Πώς έλαμπαν! Λες και…

«Άρχοντά μου!» Ο Χούμα ξάφνιασε και τον εαυτό του διακόπτοντας τον Μεγάλο Μάγιστρο.

«Ναι, Χούμα;»

«Με την άδειά σου, πρέπει να ετοιμάσω μερικά πράγματα.»

«Πήγαινε τότε.»

«Καζ.» Ο Χούμα πήρε παράμερα το μινώταυρο. «Πάρε μια από τις λόγχες που μοιράζουν οι ακόλουθοι και σύγκρινέ τη με μια αληθινή Δρακολόγχη.»

«Τι…» Ο μινώταυρος δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του.

«Θα σου εξηγήσω μόλις επιστρέψω.» Ο Χούμα έφυγε βιαστικά και ο μινώταυρος απόμεινε απορημένος με την εντολή του.

Το σιδηρουργείο ήταν εκεί κοντά, ακριβώς έξω από το οπτικό πεδίο του Μεγάλου Μάγιστρου και των υπολοίπων.

Τη στιγμή που το πλησίαζε ο Χούμα, οι βαριές ξύλινες πύλες του άνοιξαν και ο ιππότης τραβήχτηκε γοργά καθώς βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν ξένο.

«Καλά θα κάνεις να μη στέκεσαι κοντά στις πύλες, αν δε θες να χτυπήσεις.» Ο νεοφερμένος είχε ασημόμαυρα μαλλιά και στενόμακρο κεφάλι. Τα μάτια του φάνηκαν να πετούν φωτιές για μια στιγμή και ο Χούμα θυμήθηκε τη μορφή που κοίταζε την Γκουίνεθ εκείνη τη νύχτα που περπατούσαν στο προαύλιο. Η κοπέλα τον είχε φοβηθεί εκείνο τον άντρα. Δε γινόταν όμως να είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτός ήταν ψηλότερος και λεπτότερος. Αλλά τα μάτια…

«Είσαι ο Χούμα της Λόγχης» είπε τελικά ο ξένος. Τα μάτια του τον διαπερνούσαν.

«Είμαι ο Χούμα.» Δεν ήταν κανένας ιππότης των βάρδων για να δεχτεί έναν τέτοιο τίτλο.

«Ο αρχισιδηρουργός είναι πολύ απασχολημένος, αλλά νομίζω ότι θα μπορέσει να διαθέσει για σένα ένα λεπτό.» Το χαμόγελό του ήταν παράξενο, τόσο απόκοσμο που ο Χούμα ρίγησε. Τι του θύμιζε;

Από μέσα ακούστηκαν φωνές. Ήταν και οι δύο γνωστές, αλλά η μία περισσότερο.

«Δεν μπορείς να με συμβουλέψεις;»

«Ήμουν πολύ καιρό μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων –και ο χρόνος μου στον Κριν έχει σχεδόν τελειώσει. Καλύτερα να ρωτήσεις κάποιο δικό σου.»

«Κανείς τους δεν καταλαβαίνει! Πώς να του πω ότι δεν είμαι αυτό που νομίζει; Πως πετάω μαζί του σχεδόν κάθε μέρα κι αυτός δεν έχει καταλάβει τίποτα; Νομίζεις πως θα με αγαπούσε αν ήξερε ότι εγώ… εμείς…»

Το φως ήταν λιγοστό, εκτός από το καμίνι, και αυτό απλώς διέγραφε τις μορφές των δύο προσώπων που στέκονταν εκεί.

«Γκουίνεθ;»

Η μια μορφή, η γυναικεία, γύρισε στο άκουσμα της φωνής του, έβγαλε μια πνιχτή φωνή και έφυγε από την πίσω πύλη. Ο Χούμα πήγε να την ακολουθήσει, αλλά η άλλη φιγούρα τού έκοψε το δρόμο και τον χαιρέτησε εγκάρδια.