«Χούμα! Τι καλά που σε βλέπω για μια τελευταία φορά!» Ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ τον σήκωσε στον αέρα, τον κούνησε σαν μωρό και τον απόθεσε ξανά κάτω. Ο Χούμα έριξε μια ματιά πίσω από τον πανύψηλο σιδηρουργό, αλλά δεν είδε ίχνος της φευγάτης Γκουίνεθ.
«Φαντάστηκες ότι θα σας άφηνα στ’ αλήθεια με είκοσι μονάχα λόγχες; Με εκπλήσσεις, παλικάρι μου!»
«Μα τότε είναι αληθινές! Δεν είναι της φαντασίας μου!»
«Κάθε άλλο. Είχα πολύ περισσότερες από είκοσι, αλλά όχι κάπου κοντά. Άλλωστε, δε θα μπορούσες να τις μεταφέρεις όλες. Υπάρχουν πολλοί κατάσκοποι της γύρω μας. Επιπλέον» ο σιδηρουργός χαμογελούσε «το χρειαζόμουν το ταξιδάκι.»
«Και το σιδηρουργείο…»
Ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ του έδειξε το εργαστήριο. «Χρειάζονταν έναν αρχι-οπλοποιό και ειδικό στα άρματα. Παραποίησα κομμάτι την αλήθεια και είπα ότι με είχες καλέσει εσύ – πράγμα που έκανες κατά μία έννοια. Όπως ήταν λογικό, η δουλειά μου τους εντυπωσίασε και με άφησαν να κάνω κουμάντο. Σε λίγο υπήρχαμε μονάχα εγώ και οι βοηθοί μου.»
«Είναι… είναι απίστευτο!» Όλη αυτή την ώρα στο σιδηρουργείο έφτιαχναν αληθινές Δρακολόγχες.
Ο τεράστιος σιδηρουργός χτύπησε το στήθος του. «Τους απέδειξες ότι οι Δρακολόγχες δουλεύουν, Χούμα. Νομίζω ότι ούτε ο εκλαμπρότατος Μεγάλος Μάγιστρος σας φαντάζεται πόσο πιστεύουν στις Δρακολόγχες οι άντρες.»
Το μυαλό του Χούμα πήρε τρελές στροφές. «Σέλες! Χρειαζόμαστε κι άλλες σέλες.»
«Χίλντιθ!»
Για πρώτη φορά ο Χούμα πρόσεξε τους βοηθούς του σιδηρουργού. Ένα ξωτικό, ένας άνθρωπος κι ένας νάνος, ο Χίλντιθ προφανώς, μια και εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Αφέντη Άιρονγουιβερ;»
«Είναι έτοιμες οι σέλες;»
Ο νάνος μόρφασε πάνω-κάτω σαν το σιδηρουργό.
Ο νάνος είχε μεγάλη γενειάδα και, μολονότι φαινόταν πανάρχαιος, κινιόταν με τη γρηγοράδα και τη χάρη κάποιου που βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας του. «Παραπάνω από αρκετές για να βολευτούν όλοι.»
«Ωραία, ωραία.» Ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ πλησίασε τον Χούμα και ακούμπησε την παλάμη του στον ώμο του. Ο ιππότης ένιωσε να τον διώχνουν – ευγενικά μεν, αλλά ανυποχώρητα.
«Αφέντη Άιρονγουιβερ, μια ερώτηση. Η Γκουίνεθ…»
«Αυτό είναι δικό σας θέμα.» Η αλλαγή στην έκφραση του προσώπου του ήταν αρκετή για να κάνει τον Χούμα να σωπάσει. «Να θυμάσαι, έχεις τις λόγχες τώρα. Χρησιμοποίησέ τες.»
Ο Χούμα βρέθηκε έξω πριν προλάβει να χαιρετήσει. Ο μονόχειρας σιδηρουργός λύγισε το μηχανικό του μέλος. «Ο Πάλανταϊν μαζί σου, παλικάρι μου. Ούτε οι λόγχες δεν μπορούν να σε βοηθήσουν αν χάσεις την πίστη σου.»
Το κέρας σήμανε μια καινούρια προειδοποίηση. Ο Χούμα τινάχτηκε. Μπροστά στη μάχη, όλες του οι απορίες παραμερίστηκαν. Οι Δρακολόγχες ήταν αληθινές!
Τον πλησίασε ο Καζ με μια λόγχη πεζικάριου στο κάθε χέρι. «Είναι κανένα κόλπο, Χούμα; Θα ορκιζόμουν…»
«Είναι αληθινές! Είναι όλες αληθινές! Πού είναι ο Άρχοντας Όσγουολ;»
Ο μινώταυρος του έδειξε με τη μία λόγχη. «Στο τείχος. Επιμένει να δει ο ίδιος.»
Ο Χούμα γύρισε και είδε τον Μπένετ να οργανώνει τους καβαλάρηδες. Ο Χούμα τού έγνεψε. Ο Μπένετ γάβγισε μια τελευταία διαταγή και ήρθε κοντά του.
«Τι συμβαίνει;» και ο τελευταίος μυς του προσώπου του ανιψιού του Μεγάλου Μάγιστρου παλλόταν από ζωή. Ο Μπένετ βρισκόταν στο στοιχείο του και, ασυνείδητα, το απολάμβανε.
«Οι Δρακολόγχες… είναι όλες αληθινές!»
Ο άλλος τον κοίταξε απορημένος. «Και βέβαια είναι αληθινές.»
Ο Χούμα δίστασε. Ο Μπένετ δεν είχε μάθει ποτέ το αρχικό σχέδιο. Τότε κανείς δεν ήξερε ότι θα έκανε την εμφάνισή του ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ.
Ο Μπένετ περίμενε σιωπηλός, μέχρι να αποφασίσει επιτέλους ο Χούμα να του πει την ιστορία. Η όψη του Ιππότη του Ξίφους πέτρωσε σε μια απροσπέλαστη μάσκα. Όταν τελείωσε επιτέλους ο Χούμα, οι δύο άντρες αλληλοκοιτάχτηκαν.
Τα γερακίσια μάτια του Μπένετ στράφηκαν εκεί που είχαν συγκεντρωθεί οι τάξεις των ιπποτών περιμένοντας διαταγές. Γύρισαν γρήγορα στον Χούμα. «Υπάρχει και κάτι άλλο; Έχω πολλά να κάνω.»
Τα άτονα, άχρωμα λόγια του ξάφνιασαν τον Χούμα. Περίμενε θυμό και έκπληξη, αλλά τίποτα; «Μπένετ…»
Η έντονη ματιά του άλλου τον έκοψε στη μέση. Ο Μπένετ του έδειξε τους ιππότες γύρω τους. «Έχει στ’ αλήθεια καμιά σημασία αυτό που λες, Χούμα; Είτε υπήρχαν οι Δρακολόγχες είτε όχι, αυτοί οι άντρες και πάλι θα ήταν έτοιμοι για μάχη – ανεξάρτητα από το προφανές αποτέλεσμα. Θα ήμουν από τους πρώτους ανάμεσά τους, όπως κι εσύ, νομίζω. Όποια ζημιά κι αν τους κάνουμε, όποια απώλεια δύναμης και να τους προκαλέσουμε, θα είναι ένα είδος νίκης.» Πήρε ανάσα και ένα μέρος του φανατισμού του χάθηκε από το βλέμμα του. «Χαίρομαι που επιβεβαιώνεται το ότι δε θα πάμε γυμνοί στη σφαγή, αλλά αυτό είναι όλο. Πες τους ότι οι Δρακολόγχες είναι άχρηστες – και πάλι θα βαδίσουν ενάντια στον εχθρό και θα δώσουν και την ψυχή τους. Εσύ θα έκανες κάτι διαφορετικό;»