Выбрать главу

Για τον Χούμα, η πίστη που έδειχνε πάντα στο παρελθόν ο Μπένετ έπαιρνε καινούριο νόημα. Ήξερε ότι ήταν σωστός ο συλλογισμός του, ειδικά στο βαθμό που αφορούσε τον ίδιο. Όσο τρομερό και αν ήταν αυτό που τους περίμενε, πρώτος και καλύτερος στην πρώτη γραμμή θα ήταν ο Χούμα.

«Και τώρα, με την άδειά σου, έχω ακόμα πολλά να κάνω. Το θείο μου θα τον βρεις εκεί πάνω.» Του έδειξε ένα τμήμα του προτειχίσματος στα δεξιά τους. «Νομίζω ότι θα χαρεί πολύ με τα νέα.»

Ο Μπένετ έφυγε φωνάζοντας διαταγές και κάνοντας σαν να μην είχε γίνει ποτέ η κουβέντα τους. Ο Χούμα έτρεξε κατά το τείχος.

Πάνω στο τείχος, ο Μεγάλος Μάγιστρος στεκόταν σε ένα παρατηρητήριο.

Ο Άρχοντας Όσγουολ τον άκουσε να πλησιάζει και κοίταξε προς το μέρος του. Όταν είδε ότι ήταν ο Χούμα, του είπε «Υπάρχει κίνηση εκεί πέρα. Κάτι σχηματίζεται στον ουρανό.»

Δεν ήταν παρά μια μικρή μουντζούρα σ’ έναν ουρανό γεμάτο σύννεφα, πολύ πιο πέρα από τον επερχόμενο στρατό, αλλά μόλις το έβλεπες, σου μαγνήτιζε το βλέμμα όσο τίποτε άλλο στον ουρανό. Ο Χούμα ένιωσε λες και μέρος του εαυτού του τραβιόταν προς τη μουντζούρα, σαν να ελκόταν από αυτήν η ίδια η ψυχή του. Ξαναβρήκε την ανάσα του και πήρε τα μάτια του από πάνω της.

«Τι είναι;»

Ο Μεγάλος Μάγιστρος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι τραβάει τους δράκους και τα ογκρ προς το μέρος μας.»

Ο Χούμα θυμήθηκε για ποιο λόγο είχε πάει και πληροφόρησε βιαστικά τον Όσγουολ για την ανακάλυψή του.

Ο γεροντότερος αντέδρασε πριν καν τελειώσει ο Χούμα. «Ειδοποιήστε όλους τους διοικητές!» φώναξε στους υπασπιστές του. «Τους δράκους! Κάποιος να ειδοποιήσει τους δράκους! Να ετοιμαστούν οι στρατιωτικές δυνάμεις!»

Στράφηκε ξανά στην ορδή που τους πλησίαζε και κούνησε το κεφάλι. Μπροστά στα μάτια τους, οι δράκοι του Σκότους άρχισαν να αφήνουν πίσω τους τις χερσαίες δυνάμεις. Σε λίγο θα τους έφταναν.

«Άρχοντά μου» είπε έντονα ο Χούμα «επέτρεψέ μου να πάρω τους αρχικούς καβαλάρηδες. Όσο ετοιμάζονται οι άλλοι, εμείς θα καθυστερήσουμε τον εχθρό. Απογείωσέ τους σε ομάδες των είκοσι, αλλά να περιμένουν πάνω από το Ακροπύργιο μέχρι να γίνουν πολλοί. Τότε στείλ’ τους έξω, με τους πεζικάριους ξοπίσω τους. Αν κερδίσουμε τον έλεγχο του αέρα, το έδαφος είναι δικό μας.»

«Θα σκοτωθείς!»

Ο νεότερος δίστασε – για μια στιγμή μόνο. «Τότε θα έχω δώσει τη ζωή μου στον Πάλανταϊν, όπως οφείλει κάθε ιππότης.»

Ο Όσγουολ του έγνεψε κουρασμένα. Ο Χούμα έτρεξε να κατέβει από το τείχος, ενώ αναρωτιόταν πόση ώρα θα του έπαιρνε να μαζέψει τους υπόλοιπους. Προς μεγάλη του έκπληξη, τους βρήκε όλους να τον περιμένουν πάνω στις σέλες με τις λόγχες έτοιμες. Το λίγο χρόνο που είχαν βρεθεί μαζί είχαν γίνει ένα. Η ασημένια δράκαινα ήταν εκεί και περίμενε τις διαταγές του.

Μέσα στη θανατερή ηρεμία που επικρατεί πριν από τη μάχη, ο Χούμα στάθηκε μπροστά στη συγκεντρωμένη ομάδα του και τους εξήγησε τον κίνδυνο της αποστολής τους και το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Περίμενε αντιρρήσεις, φωνές που θα υπερασπίζονταν την κοινή λογική και θα κομμάτιαζαν το σχέδιό του. Αντίθετα, διαπίστωσε κατάπληκτος ότι όλοι συμφωνούσαν μαζί του – κι ας έχαναν τη ζωή τους. Ο Μπένετ τού έγνεψε εγκρίνοντας το σχέδιό του κι ακόμα και μερικοί δράκοι έδειξαν ότι συμφωνούσαν. Πράγμα περίεργο, μόνο το δικό του υποζύγιο δεν απάντησε. Φαινόταν απόμακρη, αλλά δε διαμαρτυρήθηκε όταν εκείνος ανέβηκε στη ράχη της. Όταν έδωσε το σινιάλο τής αναχώρησης, η δράκαινα υπάκουσε γοργά και συντονισμένα – με ενθουσιασμό, θα έλεγες.

Μόλις βρέθηκαν στον αέρα, τους πλησίασε ο Καζ με τον Κεραυνό. «Θα τους κάνουμε να μας θυμούνται αιώνια πριν χαθούμε. Να τα θυμάσαι τα λόγια μου, Χούμα»

«Πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τον Ντράκος» του απάντησε ο Χούμα. «Αυτός είναι το κλειδί όλων.»

«Αυτός και η σκοτεινή κυρά του.»

Ο Χούμα έγνεψε καταφατικά.

Όταν βρέθηκαν ψηλά, ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ –ο οποίος κοίταζε νοτιοδυτικά– τέντωσε απότομα το χέρι του. «Κοιτάξτε εκεί!» φώναξε. «Βλέπετε τίποτα;»

Ο πρώτος που απάντησε ήταν ο Κεραυνός. «Κι άλλος στρατός. Ο εχθρός όλο και δυναμώνει!»

Ο Έιβοντεϊλ έβαλε τα γέλια. «Εμείς» φώναξε «είμαστε αυτοί που δυναμώνουν!»

Ήταν ο στρατός του Βόρειου Έργκοθ. Γνωρίζοντας πως μόνο η ήττα και η σκλαβιά τούς περίμεναν αν έχαναν τη μάχη, οι ιππότες τα έπαιζαν όλα για όλα ελπίζοντας να χτυπήσουν τον εχθρό από τα νώτα. Το ότι δεν τους είχαν δει ακόμα οι δούλοι της Τακίσις ήταν καθαρή τύχη.

«Πόσο χρόνο θέλουν ν’ απογειωθούν οι άλλοι;» ρώτησε ο Έιβοντεϊλ.