Μερικοί ιππότες έβγαλαν μια εξαντλημένη ζητωκραυγή βλέποντας τους ιππείς να πλησιάζουν, καθώς τους πέρασαν κατά λάθος για ενισχύσεις. Το ηθικό φαινόταν πεσμένο κι όταν οι ιππότες αναγνώρισαν τον Ρέναρντ και τον Χούμα, οι ζητωκραυγές έσβησαν στα χείλη τους.
Το στρατόπεδο της νότιας πτέρυγας βρισκόταν στα νοτιοανατολικά της ερειπωμένης πόλης. Ο Ρέναρντ τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε. Μπροστά στην περίπολο υψωνόταν μια μεγάλη σκηνή κυκλωμένη από Ιππότες του Ξίφους. Ο χλομός ιππότης δεν ξεπέζεψε. Αντί γι’ αυτό, κάλεσε τον αρχηγό της φρουράς. Βλέποντας τον Ρέναρντ, ο ιππότης χλόμιασε και τον χαιρέτησε βιαστικά.
Το νεκρικό πρόσωπο τον κοίταξε από ψηλά. «Ποιος έχει στρατοπεδεύσει εδώ;»
«Ο Άρχοντας Κίλιαν. Δε θα τον βρεις όμως εδώ. Έχει πάει κοντά στους άντρες για να τους αναπτερώσει το ηθικό.» Ο φρουρός μιλούσε σαν να μην είχε καμία εμπιστοσύνη σε αυτή την προσπάθεια.
Ο Ρέναρντ έγνεψε καταφατικά. «Ίσως μπορείς να μας βοηθήσεις, λοιπόν. Πού θα βρούμε το αρχηγείο του Άρχοντα Όσγουολ; Όταν ξεκινήσαμε την περιπολία, ήταν κάπου εδώ.»
Κάτω από το ψυχρό βλέμμα του Ρέναρντ, ο φρουρός τούς πληροφόρησε ότι το αρχηγείο είχε προχωρήσει μιας ολάκερης μέρας δρόμο, στα νοτιοανατολικά αυτή τη φορά. Ο πάντα σαρδόνιος Καζ μουρμούρισε κάτι για το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του, αλλά μια αυστηρή ματιά του Χούμα τον έκανε να σωπάσει.
Οι εκτάσεις στα βορειοανατολικά αποδείχτηκε ότι βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Τα πρώτα ζωντανά δέντρα φανερώθηκαν μία μόνο ώρα από τότε που ξεκίνησαν ξανά οι ιππότες. Καθώς περνούσαν τα λεπτά της ώρας, όλο και περισσότερα δέντρα στέκονταν σκόρπια στο τοπίο. Ήταν κοντά και χοντρά ως επί το πλειστόν, αλλά δεν έπαυαν να είναι δέντρα. Η διάθεση της ομάδας ελάφρυνε κάπως.
Σε όλη τη διάρκεια της πορείας τους δεν έχασαν ούτε μια στιγμή από τα μάτια τους τους δυο μεγάλους στρατούς, που ελίσσονταν για την κατάλληλη θέση πάνω στους λόφους και τα δέντρα. Στα βόρεια υπήρχαν οι οροσειρές που αποτελούσαν το σύνορο ανάμεσα στη Σολάμνια και το παλιό Έργκοθ. Ανάμεσά τους υπήρχαν και πολλές απόκρημνες βουνοκορφές που έσκιζαν τον ουρανό και φιλοξενούσαν μια μεγάλη αποικία τρομακτικών ογκρ. Όσοι τολμούσαν να ταξιδέψουν στις ορεινές περιοχές έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή και την αρτιμέλειά τους.
Όσο συνέχιζαν το δρόμο τους, το μυαλό του Χούμα ταξίδευε. Τι θα έλεγε ο Άρχοντας Όσγουολ όταν θα στεκόταν μπροστά του; Υπήρχε πάντα πικρία ανάμεσα στον Υψηλό Πολεμιστή και τον Μεγάλο Μάγιστρο και ο Άρχοντας Τρέικ δεν είχε ικανοποιηθεί καθόλου από την απόφαση του αδερφού του να στηρίξει το νεαρό Χούμα. Μια τέτοια απόφαση μπορεί, σε βάθος χρόνου, να αποδεικνυόταν καταστροφική για τον Άρχοντα Όσγουολ. Αν ο Χούμα αποτύγχανε ως ιππότης, ο άρχοντας κινδύνευε να χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής και της δύναμής του. Η Ιπποσύνη, παρά τον κομπασμό της περί καλού, ήταν μια πολιτική οργάνωση. Όχι πως αυτό ένοιαζε τον Χούμα στην πραγματικότητα. Περισσότερο αναρωτιόταν τι θα γινόταν ο στρατός αν διοικούσε κάποιος άλλος αντί για τον Υψηλό Πολεμιστή. Ο Άρχοντας Όσγουολ ήταν ο λαμπρότερος στρατηγός της Ιπποσύνης.
Ο Ρέναρντ έβαλε μια φωνή και έδειξε κατά τα δυτικά. Όλων τα μάτια στράφηκαν προς τα εκεί. Ο βαρύς κιόλας ουρανός γινόταν μαύρος –πίσσα– μέσα σε λίγα λεπτά. Οι ιππότες έβλεπαν το σκοτάδι να προχωρά σαν ένα σύννεφο ακριδών σ’ ένα χωράφι από στάχυα και ήξεραν καλά τι ήταν αυτό που έβλεπαν: μαγεία στη χειρότερή της μορφή. Οι πιστοί της βασίλισσας είχαν πιάσει ξανά δουλειά και προσπαθούσαν να τσακίσουν τις γραμμές της άμυνας.
Ο Ρέναρντ έκοψε ταχύτητα και κοίταξε τους υπόλοιπους πίσω από την προσωπίδα του. Κοίταξε τον Χούμα και τον Καζ. «Θα πολεμήσει μαζί μας ο μινώταυρος αν του το ζητήσεις, Χούμα;»
Ο Καζ ρουθούνισε δυνατά. «Γιατί δε ρωτάς εμένα τον ίδιο, βρικόλακα;»
Ο ωχρός ιππότης αγνόησε την κοροϊδία όπως τον άνεμο που του φυσούσε το πρόσωπο. «Θα πολεμήσεις για μας;»
Ο Χούμα ένιωσε τα μάτια του Καζ να τον καίνε. «Η απόφαση είναι δική σου, Καζ.»
Στο ταυροκέφαλο πρόσωπο σχηματίστηκε ένα άγριο χαμόγελο όλο δόντια. «Θα πολεμήσω λοιπόν και μετά χαράς, για να γυμνάσω λιγάκι τους μυς μου. Άλλωστε, από τη στιγμή που αποφάσισα να χτυπήσω το ογκρ και να το σκάσω, ήμουν κιόλας ένας απόβλητος. Αν με πιάσουν οι δικοί μου, θα με σκοτώσουν στη στιγμή. Μαζί σας έχω τουλάχιστον μια ελπίδα να αποδείξω ότι η τιμή μου δεν πέθανε ακόμη.»
«Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας με αυτές των αδερφών μας.» Με αυτά τα λόγια ο Ρέναρντ σπιρούνισε το άλογό του. Κάποιος έβγαλε μια πολεμική κραυγή. Ο Χούμα έτριξε τα δόντια του, ελπίζοντας ότι οι άλλοι θα έπαιρναν το μορφασμό του για άγρια αποφασιστικότητα και όχι ως μια προσπάθεια να σιγάσει τα αισθήματα που δίχαζαν το κορμί του.