Выбрать главу

«Μπορείς να φύγεις ή να μείνεις κατά τη θέλησή σου, Ρέναρντ.»

Ο Ρέναρντ σφίχτηκε. «Θα μείνω, με την άδεια του Υψηλού Πολεμιστή.»

Αυτό δεν άρεσε στον Μπένετ – ήταν ολοφάνερο. Ο γιος του Τρέικ μισούσε τον Ρέναρντ σχεδόν όσο και τον Χούμα, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Μόνο ένα άτομο –εκτός από τον Άρχοντα Όσγουολ– μπορούσε να νικήσει το βλαστάρι του Μεγάλου Μάγιστρου σε εικονική μονομαχία. Για κάποιον σαν τον Μπένετ, που περηφανευόταν θεωρώντας τον εαυτό του τέλειο, αυτό ήταν σχεδόν ανυπόφορο. Εκείνη τη δεδομένη στιγμή οι δυο αντίζηλοι κοιτάζονταν ανοιχτά, με τον Ρέναρντ να δείχνει τόσο σεβασμό όσο και σ’ ένα φύλλο χορταριού.

Ο Άρχοντας Όσγουολ στράφηκε στον Χούμα. «Κανονικά την αναφορά σου θα την έπαιρνε ο Άρχοντας Άρακ, αλλά μια και οι συνθήκες που αντιμετωπίσουμε αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, θέλω να την ακούσουμε όλοι αμέσως. Σ’ αυτό έχουν συμφωνήσει και ο Άρακ και ο Μπένετ.» Ο Μπένετ έριξε μια ματιά στο θείο του και γύρισε ξανά αλλού το βλέμμα. «Δεν αρχίζεις λοιπόν;»

«Άρχοντά μου.» Ο Χούμα καθάρισε τον κόμπο που ’χε στο λαιμό. Ύστερα από τις πρώτες αυτές λέξεις, η ταραχή του εξαφανίστηκε κι έδωσε όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης με καθαρές και ακριβείς φράσεις. Οι τρεις διοικητές τον άκουγαν προσεκτικά. Ο Χούμα δεν παρέλειψε την παρουσία του Μάτζιους, αν και απέκρυψε το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας τους.

Όταν τέλειωσε, στάθηκε σιωπηλός με τα μάτια καρφωμένα στο κενό και το κορμί του σε στάση απόλυτης προσοχής. Οι άρχοντες των ιπποτών αλληλοκοιτάχτηκαν και συζήτησαν μερικά από τα σημεία της αναφοράς. Ψιθύριζαν και ο Χούμα δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε τραβήξει την προσοχή τους.

Ο Άρχοντας Χόκαϊ απομακρύνθηκε από τους άλλους δύο και στράφηκε στον Ρέναρντ. «Ιππότη Ρέναρντ, έχεις κάτι να προσθέσεις;»

«Μόνο ότι έχω βάλει άντρες να ψάχνουν το δάσος για κάποιο σημάδι ξένης παρουσίας και έχω ορίσει καινούριο αρχηγό της φρουράς κατά την απουσία του Χούμα.»

Η παρόρμησή του να απαντήσει ήταν σχεδόν ακατανίκητη, αλλά η εκπαίδευσή του βοήθησε τον Χούμα να της αντισταθεί. Ο Ρέναρντ τον είχε στηρίξει.

«Κατάλαβα» είπε ο Άρχοντας Όσγουολ. «Τελειώσαμε λοιπόν. Ιππότη Χούμα, συνιστώ στον Άρχοντα Άρακ Χόκαϊ να σου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι προφανές ότι σε κατέλαβε κάποια μαγεία εξαιρετικού μεγέθους και το ότι έφυγες από το στρατόπεδο χωρίς να ενημερώσεις κανέναν οφείλεται σε αυτό ακριβώς.»

Η ματιά του Μπένετ ήταν φονική, αλλά ο Χούμα ένιωθε υπερβολική ανακούφιση για να της δώσει σημασία.

«Ευχαριστώ, άρχοντά μου… άρχοντές μου.»

Ο Υψηλός Πολεμιστής σήκωσε το χέρι του. «Είστε και οι δύο ελεύθεροι.»

Ο Άρχοντας Χόκαϊ πρόσθεσε «Ιππότη Χούμα και Ιππότη Ρέναρντ, είστε ελεύθεροι υπηρεσίας για την υπόλοιπη νύχτα. Ξεκουραστείτε.»

Ο Ρέναρντ σχεδόν έγνεψε καταφατικά, σαν να ήξερε από την αρχή πού θα κατέληγε το συμβούλιο. Έφυγαν ενώ οι τρεις διοικητές στρέφονταν ο ένας στον άλλο. Η φωνή του Μπένετ υψωνόταν θυμωμένη. Προφανώς είχε την αίσθηση ότι το Μέτρο απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη τιμωρία για κάτι που γι’ αυτόν ισοδυναμούσε με έσχατη απερισκεψία. Πριν του δοθεί απάντηση όμως, τόσο ο Χούμα όσο και ο Ρέναρντ βρίσκονταν κάπου μακριά για ν’ ακούσουν.

«Καλά τα πήγαμε» είπε αδιάφορα ο Ρέναρντ.

Ο Χούμα δεν μπορούσε να τον κοιτάξει. «Ευχαριστώ, Ρέναρντ.»

«Για τι πράγμα; Γι’ αυτό; Κάποιος πρέπει να σε σώσει από τον εαυτό σου. Άλλωστε, δεν μπορούσα να δώσω τέτοια ικανοποίηση στον Μπένετ. Ούτε καν για τον Όρκο. Ούτε για το Μέτρο.»

Τα λόγια του άφησαν τον Χούμα εμβρόντητο. Φαίνεται πως ο Ρέναρντ ακολουθούσε το δικό του κώδικα.

Περπάτησαν τον υπόλοιπο δρόμο σιωπηλοί.

Ένα μεγάλο μπρούτζινο κάστρο υψωνόταν μπροστά στον Χούμα. Κρεμόταν στην άκρη του πουθενά και αυτό το πουθενά ήταν γνωστό ως Άβυσσος. Το κάστρο, αν και μεταλλικό, κατέρρεε από τα γεράματα.

Ο Χούμα ένιωσε να έλκεται άθελά του προς τη μοναδική πύλη του κάστρου. Όντα που θα έπρεπε να είναι νεκρά προσφέρθηκαν να του δείξουν το δρόμο. Λεπροί του χαμογελούσαν δίχως χείλη. Ένα θύμα της πανούκλας που κάποτε ήταν γυναίκα πήγε να του πιάσει το χέρι. Με μια αποστροφή γεμάτη φρίκη, είδε πως ήταν η μητέρα του. Ο Χούμα ζάρωσε κι εκείνη χάθηκε.

Η μουχλιασμένη πύλη κατέβηκε για να τη διαβεί. Από μέσα ένα χέρι τού έγνεψε να προχωρήσει. Τον περίμενε μια ψηλή μορφή, ντυμένη με κουρελιασμένα ρούχα και μια σκουριασμένη κορόνα πάνω σε τι; Στο κεφάλι της; Δεν υπήρχε πρόσωπο κάτω από την κορόνα παρά μόνο δυο κόκκινες σφαίρες μέσα σε μια θάλασσα απείρου.