Выбрать главу

Πίσω του η πύλη έκλεισε σιωπηλά.

Ο Χούμα ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Το στρατόπεδο δεν είχε ξυπνήσει ακόμα, αν και σύντομα οι ιππότες θα άρχιζαν να σαλεύουν. Ο Χούμα ένιωθε ευγνώμων γι’ αυτό. Ύστερα από τέτοιο όνειρο δεν είχε καμία διάθεση να ξανακοιμηθεί.

Τόσο ζωηρά όνειρα δεν τον είχαν βασανίσει άλλοτε. Υπήρχαν εκείνοι που έλεγαν ότι αυτά τα όνειρα είχαν τη σημασία τους, αν και το νόημα αυτού εδώ ξεπερνούσε τον Χούμα. Όχι πως δεν είχε αναγνωρίσει το μπρούτζινο κάστρο και το κακό που κατοικούσε μέσα του. Ήταν μια ζωηρή σελίδα από την εκπαίδευσή του, τότε που κάποιος κληρικός του Πάλανταϊν του είχε γνωρίσει τους θεούς που θα έριχναν το Φως. Το όνομα του συγκεκριμένου κακού ήταν Μόρτζιον και ευδοκιμούσε με την αποσύνθεση του κόσμου.

Αν υπήρχε θεός που έβγαινε κερδισμένος από αυτό τον ατέλειωτο πόλεμο, αυτός ήταν ο Μόρτζιον. Αποσύνθεση παντού, ακόμα και στις πόλεις που ο ίδιος ο πόλεμος είχε αφήσει άθικτες – και αν όχι υλική αποσύνθεση, αποσύνθεση ηθική, όπως στην κουρασμένη πόλη του ίδιου του Αυτοκράτορα του Έργκοθ, ενός άντρα που –όπως έλεγαν οι φήμες– ήταν τόσο παραχαϊδεμένος που δεν ήξερε καν ότι γινόταν πόλεμος.

Αν η αποσύνθεση ήταν αχαλίνωτη, η αρρώστια είχε γίνει τρόπος ζωής. Ο Χούμα ένιωσε στοργή στην ανάμνηση της μητέρας του. Ο θάνατός της από λοιμό είχε αλλάξει τα πάντα. Μόνος, ακολούθησε το κάλεσμα του πατέρα του, του άντρα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, αλλά που έλεγχε ολόκληρη την ύπαρξή του. Το τίμημα όμως…

Απόδιωξε το όνειρο μ’ ένα τίναγμα, σηκώθηκε κι ετοιμάστηκε για την καινούρια μέρα. Ο Ρέναρντ είχε υποσχεθεί να μιλήσει στον Άρχοντα Χόκαϊ για να δοθεί στον Χούμα κάποιο ανώτερο πόστο. Στο βαθμό που αυτό αφορούσε το λιπόσαρκο ιππότη, το περιστατικό με τον Μάτζιους είχε ξεχαστεί. Είχε να ασχοληθεί με σημαντικότερα πράγματα.

Ένα πνιχτό βογκητό τον έκανε να κοιτάξει κάτω. Ο Καζ, ξυπνώντας από το θόρυβο, ανοιγόκλεισε τα θολωμένα από τον ύπνο μάτια του. Η έκφρασή του έμοιαζε με ενός αγουροξυπνημένου βοδιού τόσο που ο Χούμα δεν μπόρεσε να κρύψει ένα στιγμιαίο χαμόγελο.

Ο μινώταυρος πήγε να κοιμηθεί ξανά. Προς το παρόν ο Καζ δεν ήξερε τίποτα για τα νυχτερινά γεγονότα. Ικανοποιημένοι που του είχαν αποσπάσει όσες πληροφορίες μπορούσαν, οι ιππότες διοικητές τού είχαν επιτρέψει να κοιμηθεί αξιοπρεπώς.

Μ’ ένα χασμουρητό, ο Χούμα κοίταξε πέρα από το όριο του στρατοπέδου, εκεί που το πρώτο φως της αυγής πήγαινε να ξεπροβάλει ανάμεσα στα δέντρα.

Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω στα τυφλά μάτια εκείνου που δεν μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που ο Μάτζιους είχε περιγράψει ως ντρέντγουλφ.

Ίσως κάποτε, στο παρελθόν, να ήταν αληθινός λύκος. Η συνολική σωματική του διάπλαση αυτό έδειχνε, αλλά έμοιαζε λες και κάποιος διεστραμμένος νεκρομάντης τον είχε ανακαλέσει από τους νεκρούς και τα είχε καταφέρει μόνο κατά ένα μέρος. Το κατάλευκο κορμί του δεν είχε ούτε μία τρίχα. Δε φαινόταν να έχει ούτε δέρμα. Ήταν σαν το φάντασμα ενός ζώου που κάποιος κυνηγός είχε σκοτώσει και γδάρει. Αν και ήταν πάνω από επτά μέτρα μακριά, ο Χούμα ένιωσε τη μυρωδιά της νύχτας που πέρασε. Τη δυσωδία της αποσύνθεσης ή του θανάτου.

Το πλάσμα ήξερε ότι ο Χούμα βρισκόταν εκεί. Παρά την προφανή τυφλότητα των ματιών του, τον ένιωθε, τον αντιλαμβανόταν. Πίσω από τα νεκρά του μάτια υπήρχε μια ψυχρή, κακόβουλη ευφυΐα που έμοιαζε να κοροϊδεύει τον ιππότη.

Χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω του, ο Χούμα έγειρε προς το μινώταυρο. «Καζ.»

Ένιωσε τον Καζ να σφίγγεται. «Χούμα;»

«Γύρνα αποδώ. Κοίτα πιο πέρα.»

Ο μινώταυρος υπάκουσε. Άνοιξε τα μάτια –μόλις– και στην αρχή δεν είδε τίποτα, έτσι θολωμένος που ήταν από τον ύπνο. Μόνο όταν τόλμησε να τ’ ανοίξει λίγο περισσότερο, πρόσεξε τη φρικτή μορφή. Η μπόχα του πλημμύρισε τη μύτη.

«Μα τους προγόνους μου» σφύριξε ο Καζ. «Είναι ντρέντγουλφ, Χούμα.»

«Το ξέρω.» Άρα τους ήξερε κι ο μινώταυρος. Τι θέλει εδώ αυτό το λυκόμορφο πλάσμα; αναρωτήθηκε ο ιππότης. Ο Μάτζιους είχε πει ότι θα έφευγαν μόλις ανακάλυπταν ότι είχε φύγει εκείνος. Γιατί βρισκόταν ακόμα εκεί το απαίσιο πλάσμα, αψηφώντας μάλιστα την αυγή; Πώς είχε ξεφύγει από τους φρουρούς;

Ο ντρέντγουλφ συνέχισε να κοιτάζει τον Χούμα με τα νεκρά του μάτια. Γι’ αυτόν βρισκόταν εκεί, δεν υπήρχε αμφιβολία. Συνειδητοποίησε πως ήταν κάτι σαν αγγελιοφόρος.

«Πρέπει να πάω κοντά.»

Ο Καζ σηκώθηκε βιαστικά, με το τσεκούρι στο χέρι. Όμως το πλάσμα ούτε που κοίταξε τον παράξενο σύντροφο του Χούμα. Καθώς ο ιππότης έκανε μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος του, φάνηκε να ανυπομονεί.

«Μη, Χούμα!» Ο Καζ μιλούσε μεγαλόφωνα πια. Το γεγονός ότι κανένας σκοπός δεν ήρθε τρέχοντας ανησύχησε τον Χούμα. Ήταν τόσο ισχυρός ο αφέντης του τέρατος που μπορούσε να βυθίσει ολόκληρο στρατόπεδο στον ύπνο;