Выбрать главу

«Καζ!» Γονάτισε δίπλα στο σωτήρα του και τον γύρισε ανάσκελα. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, ο μινώταυρος άνοιξε τα μάτια.

«Είσαι γερός;» ρώτησε το ταυροκέφαλο πλάσμα.

«Εγώ έπρεπε να κάνω αυτή την ερώτηση!» Ο Χούμα παραλίγο να βάλει τα γέλια. Αφού ο Καζ είχε τη δύναμη να νοιάζεται για τον ίδιο, τότε είχε και τη δύναμη να ζήσει. Τον βοήθησε να σταθεί όρθιος.

«Μπορείς να τρέξεις;»

Ο μινώταυρος έγειρε μπροστά. «Μια στιγμή. Φοβάμαι ότι το άλογο μου έβγαλε όλο τον αέρα από τα πνευμόνια.»

Όσο συνερχόταν ο Καζ, ο Χούμα κοίταζε γύρω του. Το στρατόπεδο είχε σχεδόν ερημώσει. Μερικοί ιππότες τραβολογούσαν κάτι πράγματα πέρα, στα νότια, και ο Χούμα νόμισε πως είδε καβαλάρηδες στ’ ανατολικά. Η σκηνή όπου φρόντιζαν τους τραυματίες οι κληρικοί της Μισακάλ δεν υπήρχε πια. Ο Χούμα δεν έβλεπε πουθενά τραυματισμένους. Τουλάχιστον οι μάγοι τούς είχαν δώσει αρκετό χρόνο για να το σκάσουν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει ότι και η Γκουίνεθ είχε καταφέρει να γλιτώσει.

Στο μεταξύ, πού ήταν οι δράκοι;

Ο Χούμα είχε να τους δει από το ξέσπασμα της καταιγίδας. Πλέον το μεγάλο τείχος του ψυχρού σκότους είχε φτάσει σχεδόν στο στρατόπεδο, φέρνοντας μαζί του τη σκοτεινιά μιας νύχτας δίχως φεγγάρι. Ο Χούμα δεν ήθελε να ξέρει τι καραδοκούσε μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, αλλά πίεσε τον εαυτό του να κοιτάξει. Το έκανε και είδε –επιτέλους– τους δράκους του Φωτός.

Είχαν οργανωθεί σε κάτι που ο Χούμα αναγνώρισε σαν έναν από τους σχηματισμούς μάχης τους, ένας είδος διπλού «V».

Μπροστά στο επερχόμενο κακό έμοιαζαν θλιβερά μικροσκοπικοί.

Ο άνεμος συνοδευόταν πια από καταρρακτώδη βροχή. Ο Καζ ρουθούνισε άγρια και σχολίασε τη μυρωδιά των βρεγμένων ανθρώπων. Ήταν αρκετά καλά πλέον ώστε να μπορεί να κινηθεί – αργά αλλά σταθερά. Η καταιγίδα δυσκόλευε πολύ την κίνηση. Καλύτερα αργά και σταθερά παρά να ρισκάρει κανείς να χάσει την ισορροπία του.

Θα μπορούσε μια χαρά να είναι νύχτα. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος ηλιακού φωτός. Μπροστά του ο Χούμα διέκρινε αμυδρά κάποιες μορφές. Έτσι όπως πήγαιναν, ακόμα κι αυτές θα χάνονταν καθώς η δύναμη της δρακοβασίλισσας κατέβαλε το φως.

Κατέβαλε το φως…

Είχαν ηττηθεί λοιπόν οι ιππότες; Ο Χούμα ρίγησε στη σκέψη ενός κόσμου που θα βρισκόταν σε αιώνιο σκοτάδι. Ενός κόσμου που θα τον κυβερνούσε η βασίλισσα.

Εκείνη τη στιγμή το μοναδικό φως ήταν οι αστραπές που έσκιζαν τον ουρανό. Δε φαίνονταν να είναι μέρος της καταιγίδας και ο Χούμα έριξε μια ματιά προς τα πάνω διερωτώμενος μήπως ήταν δουλειά των δράκων. Έβλεπαν, επιτέλους, τον εχθρό; Ευχήθηκε –τρελή σκέψη, στερνή– να υπήρχε τρόπος να τους βοηθήσει.

«Χούμα!» Η σφυριχτή φωνή τον ξάφνιασε, αλλά συνειδητοποίησε πως ήταν ο Καζ. Η φωνή του ήταν τραχιά. Ήταν πιο αδύναμος εξαιτίας των τραυμάτων του – απ’ όσο είχε αφήσει τον ιππότη να πιστέψει. «Χούμα! Φως μπροστά μας!»

Αλήθεια ήταν. Δεν ήταν παρά μια αμυδρή φεγγοβολή, σαν εκείνα τα έντομα της νύχτας, πάντως ήταν φως. Είχαν ήδη αρχίσει να κατευθύνονται προς το μέρος του, όταν ο Χούμα θυμήθηκε το σκοτεινό μάγο που είχε προσπαθήσει να τον παγιδέψει. Όμως αυτό το φως δεν απαιτούσε την υπακοή του σαν το άλλο. Μάλλον φαινόταν να προσφέρει βοήθεια, που την είχαν τόσο ανάγκη. Καλού-κακού, ο Χούμα τράβηξε το σπαθί του.

Προχωρούσαν παραπατώντας μέσα στη λάσπη, κοντεύοντας κάθε φορά να πέσουν. Γλιστρώντας και σκοντάφτοντας, συνέχισαν να πλησιάζουν το φως.

Για λίγο το φως δε φάνηκε να πλησιάζει καθόλου. Όμως η απόσταση μειώθηκε σταδιακά και ο Χούμα σύντομα συνειδητοποίησε ότι και το φως ερχόταν προς το μέρος τους. Έσφιξε τη λαβή του ξίφους του. Δίπλα του ένιωσε τον Καζ να σφίγγεται.

«Σ’ έψαχνα.»

Μπροστά τους, μοιάζοντας σαν να φέγγει ο ίδιος και εντελώς ανεπηρέαστος από τους καταιγιστικούς ανέμους και τη βροχή, στεκόταν ο Μάτζιους.

Κεφαλαίο 8

Το ξόρκι φωτός του Μάτζιους τους τύλιξε σαν αντίσκηνο. Πιο πέρα καραδοκούσε το απόλυτο σκοτάδι. Άκουγαν τη μανία της μαγικής καταιγίδας, αν και δεν την ένιωθαν. Το ξόρκι που προστάτευε τον Μάτζιους προστάτευε επίσης τον Χούμα και τον Καζ. Μόνο η ισορροπία τους ήταν επισφαλής, όπως ανακάλυψε ο μινώταυρος. Ο Χούμα τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Το κάτω μισό του κτηνάνθρωπου ήταν μέσα στη γλίτσα.

Ο Μάτζιους χαμογέλασε ευγενικά στη θέα του, προκαλώντας την οργή του Καζ. Η κατάσταση δε βελτιώθηκε καθόλου από τα σχόλια του μάγου για τον αργό τους βηματισμό, ούτε για το γεγονός ότι ούτε σταγόνα λάσπης δεν είχε τολμήσει να λερώσει τα μεγαλόπρεπα ρούχα του. Ξόρκι κι αυτό, συμπέρανε ο Χούμα, γιατί ο Καζ είχε προσπαθήσει να κλοτσήσει λίγο βούρκο στην πλάτη του σωτήρα τους. Η λάσπη είχε σταματήσει λίγους πόντους από τον ανυποψίαστο στόχο του, είχε φανεί να διστάζει και τελικά έπεσε στη γη.