Ούτε ο ιππότης ούτε ο μινώταυρος είχαν την παραμικρή ιδέα για το πού τους πήγαινε ο Μάτζιους. Το μόνο που ήξεραν ότι –επιτέλους– είχαν γλιτώσει από τα βίαια μάγια που εξαπέλυαν οι μάγοι της Βασίλισσας του Σκότους. Το γεγονός ότι το Κακό είχε στο χέρι του τέτοια δύναμη έφερνε μεγάλη κατάθλιψη στον Χούμα. Εκείνη τη στιγμή –περισσότερο από ποτέ– όλα έμοιαζαν να έχουν χαθεί.
Ο Μάτζιους σήκωσε απότομα το ελεύθερο χέρι του. Η λάμψη που πήγαζε από το πρόσωπό του έσβησε. Μόνο το φως του απλού ραβδιού του, το φως που είχαν πρωτοδεί ο Καζ και ο Χούμα, συνέχιζε να τους χωρίζει από το απόλυτο σκοτάδι.
Μπροστά τους δεν έβλεπαν τίποτα, αλλά –απ’ όσο άκουγαν– η καταιγίδα πρέπει να είχε κοπάσει. Άκουγαν και κάτι άλλο: τα βήματα πολλών πελμάτων ζώων και τη βαριά ανάσα μεγάλων όντων. Το χέρι του Χούμα είχε ασπρίσει από το σφίξιμο του σπαθιού του. Τα όντα, πλάσματα της νύχτας αφού μπορούσαν να κινούνται με τόση άνεση, συνέχιζαν να περνούν. Όταν είχαν πια περάσει κάμποσα λεπτά χωρίς να ακολουθήσει τίποτε άλλο, ο Μάτζιους κατέβασε το χέρι.
Στράφηκε στιγμιαία πίσω, στους άλλους. «Αουτράνερ. Πλάσματα δημιουργημένα και κακομαθημένα από τον Γκάλαν Ντράκος. Δεν είναι ν’ απορείς που μερικοί άρχισαν να τον λένε μοιραίο σύζυγο της βασίλισσας. Η διεστραμμένη του φαντασία είναι όντως αντάξιά της.»
Ο Χούμα αναρωτήθηκε ποιοι να ήταν αυτοί οι «μερικοί» για τους οποίους μιλούσε ο Μάτζιους. Καιγόταν να τον ρωτήσει ένα σωρό πράγματα για τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πριν φύγει για τη Δοκιμασία, ο Μάτζιους ήταν ένας σαρκαστικός, ματαιόδοξος κολπατζής, που έκανε πλάκα με τον καλύτερό του φίλο γελοιοποιώντας την Ιπποσύνη για την αυστηρότητά της και την προσήλωσή της στους τύπους. Μόνο ο Χούμα καταλάβαινε ότι ο Μάτζιους ήταν τρομερά ανασφαλής –ένας από τους λόγους που ήθελε να μελετήσει τη μαγεία– και ότι τα πειράγματά του προς τον Χούμα εξυπηρετούσαν άλλο σκοπό. Οι ίδιοι εκείνοι ιππότες που απεχθάνονταν το νεαρό Χούμα ήταν οι προστάτες του. Η τιμή της Ιπποσύνης ερχόταν πάντα πρώτη.
Αυτός εδώ ο Μάτζιους, αν και διατηρούσε ακόμα εκείνη τη φλέβα της πονηριάς, είχε αποκτήσει μια σοβαρή, σκεπτική πλευρά που δέσποζε στην προσωπικότητά του.
«Χούμα» ψιθύρισε ο μινώταυρος. «Πού πάμε;»
Είχαν κι οι δυο τους συμπεράνει ότι ο Μάτζιους τους οδηγούσε στις –όποιες– δυνάμεις της Σολάμνια ανασυντάσσονταν ή μάλλον που έλπιζε ο Χούμα ότι ανασυντάσσονταν. Όμως ο νεαρός ιππότης βεβαιωνόταν ολοένα και περισσότερο ότι τραβούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
«Μάτζιους;»
«Χμ;» Ο μάγος δε γύρισε καν να τον κοιτάξει.
Διατακτικά, ο Χούμα τον ρώτησε «Γυρίζουμε πιο βαθιά μέσα στη Σολάμνια;»
«Όχι.»
«Που πάμε;»
Παρά τους ανέμελους τρόπους του, ο μάγος δεν μπόρεσε να κρύψει κάποια αβεβαιότητα στη φωνή του, ακόμη ίσως και φόβο. «Πηγαίνουμε στο κάστρο μου, στην κατοικία μου.»
Ο Χούμα τού έδειξε επιτέλους καθαρά την ανησυχία του. «Στο Έργκοθ;»
«Ναι.» Ο Μάτζιους συνέχισε να προχωρεί, αλλά οι άλλοι δύο σταμάτησαν. Δεν ήταν να απορεί κανείς λοιπόν που η καταιγίδα κόπασε τόσο γρήγορα. Διέσχιζαν τις γραμμές του εχθρού!
«Μας πρόδωσε!» Ο Καζ άπλωσε τα γυμνά του χέρια. Μέσα στις πανίσχυρες παλάμες του μινώταυρου ο λαιμός του Μάτζιους θα ήταν πολύ εύθραυστος.
«Μη, Καζ!» Ο Χούμα πάλεψε για μια στιγμή με το μινώταυρο, αλλά εκείνος δεν άκουγε. Πίστευε στ’ αλήθεια ότι θα τον παρέδιδαν στους ανελέητους αδερφούς του να τον εκτελέσουν.
Τα τεράστια χέρια σχημάτισαν κύκλο γύρω από το λαιμό του μάγου – κι έμειναν εκεί. Το ίδιο ξόρκι που προστάτευε τον Μάτζιους από τη λάσπη τον φυλούσε και από κάθε σωματική βλάβη. Το πρώτο ευεργέτημα ήταν, το δίχως άλλο, ένα ευτυχές παρεπόμενο, αν και με τη ματαιοδοξία που έδερνε τον Μάτζιους κανείς δεν μπορούσε ένα είναι σίγουρος.
Ο Μάτζιους έκανε μεταβολή, πάντα μέσα στον κλοιό των χεριών του Καζ. Χωρίς προειδοποίηση, ο μινώταυρος κατέβασε το ένα του χέρι στο κεφάλι του μάγου. Αν υπολόγιζε να τα καταφέρει χάρη στη δύναμή του και μόνο είχε κάνει λάθος. Όχι μόνο έμεινε ασάλευτος ο μάγος αλλά το χέρι του άλλου τινάχτηκε πίσω.
Ο μάγος είχε εκείνο το εξοργιστικό χαμόγελο που ο Χούμα τον είχε δει να αποκτά με τα χρόνια. Ξαφνικά, ακόμα και μέσα στο πνιγηρό σκοτάδι, ξαναζούσε το παρελθόν.
«Δε σε πρόδωσα – κανένα σας δεν πρόδωσα. Πράγματι, πηγαίνουμε στο Έργκοθ, αλλά μεγάλο μέρος αυτής της γης παραμένει ουσιαστικά ανέγγιχτο από τα ογκρ και την άθλια κυρά τους. Και μάλιστα, εδώ θα είμαστε μάλλον ασφαλέστεροι παρά αν ακολουθούσαμε στην τρεχάλα τους εκείνους τους λεβέντες, τους ιππότες.»