Ο Χούμα μόρφασε στο άκουσμα της περιγραφής και ένιωσε άβολα, κι ας ήξερε καλά ότι οι ιππότες είχαν κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι τους. Ο Μάτζιους είχε παραλείψει να αναφέρει ότι και οι μάγοι το είχαν βάλει επίσης στα πόδια.
Ο μινώταυρος ήταν αμετάπειστος. «Μα τον Σάργκας και τους προγόνους μου είκοσι γενιές πίσω…»
Ο Μάτζιους κράτησε το φως του ραβδιού μπροστά στον Καζ κι εκείνος τραβήχτηκε αμέσως από φόβο μήπως του ρίξει κάνα ξόρκι. «Αν κάποιος τραβήξει την προσοχή πάνω μας, αυτός θα είσαι εσύ, μινώταυρε! Επικαλέσου τους αραχνιασμένους προγόνους σου αν θες, αλλά μην επικαλεστείς ξανά αυτόν το θεό του Σκότους, εκτός αν θες να πέσει το μάτι του πάνω μας!»
Σάργκας. Ο Χούμα χρειάστηκε κάμποσα δευτερόλεπτα για να αναγνωρίσει το όνομα. Ο Σάργκας – Σαργκόνας, σύζυγος της Τακίσις, της δρακοβασίλισσας. Δύναμη από μόνος του. Οι μινώταυροι τον λάτρευαν. Για τον Καζ ήταν, βέβαια, μια κίνηση αντανακλαστική, αλλά θα μπορούσε να τους στοιχίσει τη ζωή σε μια εποχή που οι θεοί και οι θεές παρακολουθούσαν και άκουγαν τα πάντα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Ο Σάργκας δε θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος από ένα μινώταυρο που είχε στραφεί στην ασφάλεια των ορκισμένων θνητών φρουρών του Πάλανταϊν. Ο Σάργκας ήταν ο θεός της Εκδίκησης, της Συνωμοσίας και του Μεγάλου Κακού. Ο Καζ δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να ηρεμήσει και να αποδεχτεί τη λογική των ανθρώπων – στο συγκεκριμένο θέμα τουλάχιστον.
«Λοιπόν» είπε ο Μάτζιους ισιώνοντας το μανδύα του «μπορούμε να συνεχίσουμε; Κάποια στιγμή θα κουραστώ και δεν έχω καμία διάθεση να βρίσκομαι μέσα στην ακτίνα δράσης των φρουρών της βασίλισσας.»
Ακολούθησαν το μάγο μέσα στο σκοτάδι για ένα διάστημα που φάνηκε σαν να πέρασαν μέρες ολόκληρες. Ο Χούμα άρχισε να αναρωτιέται αν ολόκληρο το Έργκοθ βρισκόταν κάτω από τη σκιά και κατά πόσο αυτή η σκιά έφτανε μέχρι και τη Σολάμνια. Ένιωθε ένα αίσθημα ενοχής που δε βοηθούσε την ανασύνταξη των δυνάμεών τους, αλλά παρηγορήθηκε από το γεγονός ότι μπορεί να έκανε κάτι χρήσιμο εκεί που ο πολέμαρχος δε θα υποψιαζόταν καθόλου την παρουσία του.
Τελικά, οι τρεις τους άρχισαν να διακρίνουν το σκοτάδι να διαλύεται – είτε επειδή εξασθενούσε είτε επειδή έφταναν στα όριά του.
«Το επίπεδο ισχύος που απαιτείται για τη δημιουργία και τη διατήρηση αυτού του τερατουργήματος πρέπει να είναι μνημειώδες» είπε ο Μάτζιους. «Οι αποστάτες του Γκάλαν Ντράκος είναι ταλαντούχοι, αλλά ακόμα κι αυτοί έχουν τα όριά τους. Φαίνεται όμως πως έκανε τη δουλειά του. Η αταξία νικήθηκε.»
Σκοτεινές φασματικές μορφές σχηματίστηκαν κι άρχισαν να τους πλησιάζουν. Οι δαιμονικές μορφές έγιναν πελώρια δέντρα και πυκνοί θάμνοι.
«Μάτζιους, τι συνέβη στ’ ανατολικά;»
Ο μάγος κοντοστάθηκε, αν και το βλέμμα του ήταν πάντα καρφωμένο στο μονοπάτι μπροστά τους. «Συνέβη κάτι στ’ ανατολικά;»
«Ήρθαν οι δράκοι.» Τι να είχαν απογίνει; αναρωτήθηκε ο Χούμα. Είχαν χαθεί όλοι τους – κι ανάμεσά τους και η ασημένια δράκαινα που είχε τόσο παράξενα δεθεί μαζί της; «Λένε ότι η ανατολή κατέρρευσε.»
Ο Μάτζιους στάθηκε, γύρισε και μελέτησε το πρόσωπο του φίλου του. «Αλήθεια;» η έκφρασή του ήταν σκεφτική.
Ο Καζ σταύρωσε τα πελώρια μπράτσα του. «Ξέρεις πολλά, μάγε. Πολύ περισσότερα απ’ όσα μας λες.»
Το κυνικό χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά. «Όταν φτάσουμε στον προορισμό μας, θα κάνω ό,τι μπορώ για να σας διαφωτίσω.»
«Και πόσο καιρό θα πάρει αυτό; Θα ορκιζόμουν ότι περπατάμε μέρες.»
Η υπέροχη μορφή κούνησε το χρυσαφένιο κεφάλι της. «Υπομονή! Ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο μέρος του ταξιδιού.»
Ο Μάτζιους στράφηκε ξανά μπροστά, ενώ ο Καζ μουρμούρισε «Κι άλλοι αναθεματισμένοι γρίφοι!»
Λίγο αργότερα το μισοσκότεινο δάσος φωτίστηκε όπως το γλυκοχάραμα και ύστερα, εντελώς ξαφνικά, έγινε μέρα. Συννεφιασμένη, όπως ήταν πάντα στο Άνσαλον με τον ερχομό της βασίλισσας, αλλά τουλάχιστον μέρα. Οι τρεις σύντροφοι σταμάτησαν για να την απολαύσουν. Ακόμα και ο Μάτζιους φάνηκε ευχαριστημένος.
«Πρέπει να είμαστε αρκετά ασφαλείς πια. Διάλεξα το συντομότερο και ασφαλέστερο δρόμο κάτω από αυτές τις συνθήκες, αλλά έχουμε ακόμα μια μέρα πορεία. Δε θέλω να μάθει ο Ντράκος και οι Μάγοι του Ερυθρού Χιτώνα τη θέση του άλσους μου.»
Ο Καζ περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι και να κοιτάξει τον Χούμα, που κι εκείνος του απάντησε μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού. Ούτε αυτός ήξερε για ποιο άλσος μιλούσε ο Μάτζιους.
Ξαφνικά ένιωσαν άβολα.
«Πεθαίνω της πείνας» είπε ο μινώταυρος.
Δεν πρόλαβε να το πει και ο Χούμα ένιωσε κι αυτός μια σουβλιά στο στομάχι.
Ο Μάτζιους αναστέναξε. Χτύπησε το ραβδί του και ένας σάκος σχηματίστηκε μπροστά τους. Ήταν απλός, δερμάτινος, σχεδόν τόσο μεγάλος όσο και μια αποσκευή σέλας ιππότη και σφιχτοδεμένος. «Δεν είναι πολλά, αλλά θα πρέπει να μας φτάσουν κάτω από αυτές τις συνθήκες.»