Όσο λίγα κι αν τα θεωρούσε ο μάγος, έφταναν για να χορτάσουν την πείνα τριών γερών ατόμων – κι ας ήταν μινώταυρος το ένα τους. Ο Χούμα κοίταζε το σάκο, ενώ ο Μάτζιους έβγαζε φρούτα, ψωμί, ακόμα κι ένα μικρό φλασκί με κρασί. Το περιεχόμενο ήταν τουλάχιστον διπλάσιο σε όγκο από το σάκο και φαινόταν πως είχε κι άλλα. Τι άλλα κόλπα διέθετε, άραγε, ο παιδικός του φίλος που τα θεωρούσε δεδομένα; Πόσο ισχυρός ήταν ο Μάτζιους και σε ποιον αφιέρωνε τη δύναμή του;
Δαγκώνοντας ένα μήλο, ο Χούμα κοίταξε εξεταστικά τα εκλεκτά ρούχα του μάγου. Ο Μάτζιους μπορούσε να φοράει δικαιωματικά είτα τους λευκούς χιτώνες του Καλού είτε –πράγμα πιο πιθανό– τους ερυθρούς χιτώνες της Ουδετερότητας. Αντί γι’ αυτό, ο Μάτζιους φορούσε ένα γαλάζιο και χρυσό σύνολο που θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν αυλικό του Έργκοθ. Ο μανδύας του ήταν λευκός, αλλά τόσο απαλός και καλοραμμένος που είτε ήταν προϊόν μαγείας είτε ήταν φτιαγμένος από κάποιον έξοχο τεχνίτη. Επίσης, φορούσε μπότες ψηλές μέχρι το μηρό, από λεπτό γυαλισμένο δέρμα – και μάλιστα καθόλου συνηθισμένο. Ο ιππότης δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τι δέρμα ήταν, αλλά είχε ξαναδεί παρόμοιες. Ο Μέγας Μάγιστρος είχε ένα ζευγάρι που τους έμοιαζε πολύ.
Αυτά δεν ήταν ρούχα μάγου. Τουλάχιστον όχι από αυτούς που ήξερε ο Χούμα.
Ο Καζ μίλησε βγάζοντας τον Χούμα από τις σκέψεις του.
«Θεέ της Θάλασσας! Τέτοιο ωραίο κρασί δεν έχω ξαναπιεί!»
Η έκφραση του μινώταυρου φάνηκε να διασκεδάζει τον Μάτζιους. «Σε συγχαίρω για το γούστο σου. Είναι σπάνιο δώρο και μου το χάρισαν τα ξωτικά του Κουαλινέστι. Είναι το αγαπημένο μου.»
«Ήσουν στο Κουαλινέστι;» Ο Χούμα είχε ακούσει για τα ξωτικά και τα ξαδέρφια τους –τους κατοίκους του Σιλβανέστι– αλλά δεν είχε δει ποτέ του παρά μόνο μισοξωτικά, όπως φαίνεται πως ήταν και η Γκουίνεθ.
Η σκέψη της Γκουίνεθ του έφερε μνήμες και όνειρα που δεν ήθελε. Έσπρωξε το παρελθόν σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού του.
«Ναι, ήμουν» έλεγε ο Μάτζιους. «Είχα πάει να τους βολιδοσκοπήσω. Παραμένουν πεισματάρηδες σαν τους συγγενείς τους. Ο καθένας τους νομίζει ότι μπορεί μονάχος του να σώσει τον κόσμο. Η περηφάνια τους στοιχίζει ακριβά στο γένος των ανθρώπων.»
Αυτά τα λόγια βάρυναν κάπως τη διάθεση. Ο Χούμα βρέθηκε να κοιτάζει προς τα εκεί από όπου είχαν έρθει. Δεν είχε μείνει ίχνος από το καταθλιπτικό σκοτάδι.
Ήρθε η νύχτα και ύστερα από πρόταση του Μάτζιους καταυλίστηκαν μέχρι το πρωί. Όταν ο Χούμα πρότεινε να ορίσουν σκοπό, ο Μάτζιους περιορίστηκε να τον περιγελάσει. Τους διαβεβαίωσε ότι οι δυνάμεις του ήταν αρκετές για κάτι τέτοιο. Ωστόσο ο Χούμα και ο μινώταυρος ήταν ανυποχώρητοι. Ο μάγος δυσαρεστήθηκε, αλλά τελικά υποχώρησε με τον όρο να φυλάξει σκοπιά τελευταίος.
Ο ιππότης που κοιμάται βαθιά δε ζει πολύ. Αυτός ο κανόνας ήταν από τους πρώτους που μάθαιναν οι ακόλουθοι. Υπήρχαν υπερβολικά πολλοί εχθροί μέσα στο σκοτάδι. Έτσι οι ιππότες ανέπτυσσαν σύντομα μια αίσθηση που τους προειδοποιούσε αν κάποιος ή κάτι βρισκόταν κοντά τους.
Έτσι ήξερε ο Χούμα.
Ήταν η τελευταία σκοπιά, αυτή που είχε ζητήσει ο Μάτζιους. Ο Χούμα, ξαπλωμένος στο πλάι, άνοιξε ελάχιστα τα μάτια του. Το στενό οπτικό του πεδίο τού αποκάλυψε τα πόδια του μινώταυρου και την ακίνητη μορφή του Μάτζιους – που ήταν απολύτως σίγουρο ότι κοιμόταν.
Ό,τι κι αν ήταν, στεκόταν πίσω του, το είχε καταλάβει πια. Γύρισε αργά, με προφύλαξη, σαν να κοιμόταν ακόμα, μέχρι που βρέθηκε ανάσκελα. Το χέρι του σύρθηκε μέχρι τη λαβή του σπαθιού του και είχε αρκετή εμπιστοσύνη στον εαυτό του για να ξέρει ότι είχε ακόμη μια πιθανότητα.
Άνοιξε τα μάτια του όσο χρειαζόταν για να μπει λίγο φως. Κρατήθηκε με μεγάλη δυσκολία να μη φωνάξει. Από καθαρό ένστικτο, κύλησε πέρα και σηκώθηκε στο ένα γόνατο με το σπαθί γυμνό. Πίσω του ο Καζ σηκώθηκε μ’ ένα άγριο ρουθούνισμα, ολότελα έτοιμος για μάχη.
Ήταν ψηλότερη κι από το μινώταυρο, μια μεγάλη, συμπαγής βραχώδης προεξοχή όλο πέτρες και βλάστηση. Αν ήταν εκεί την προηγούμενη νύχτα, ο Χούμα δε θα είχε παρατηρήσει τίποτα το ασυνήθιστο. Μπορεί να μην πρόσεχε τις χοντρές πέτρινες απολήξεις που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς και χέρια. Μπορεί να μην πρόσεχε τη διαρκή μεταβολή του εξωτερικού κελύφους που αποτελούνταν από βλάστηση και χώμα. Μπορεί μάλιστα να είχαν διαφύγει της προσοχής του και οι δύο γκριζογάλανοι κρύσταλλοι που φαίνονταν να τον κοιτάζουν από ψηλά, από κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα είδος προσώπου.
Τα είδε όλα αυτά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το ζωντανό βουνό κινήθηκε λιγάκι μπροστά, σέρνοντας χώμα, έντομα και φυτά μαζί του. Φαινόταν να μην έχει δικό του κορμί, αλλά να το δανείζεται από εκεί που στεκόταν. Ο Χούμα ετοιμάστηκε για μάχη. Ο Καζ είχε έτοιμο το τεράστιο πολεμικό του τσεκούρι. Ύστερα το δάσος πλημμύρισε από γέλια. Τα γέλια του Μάτζιους.