«Χαλαρώστε, γενναίοι πολεμιστές. Το στοιχειακό δεν έχει καμία πρόθεση να τα βάλει μαζί σας. Είναι δικό μου – κάτι σαν φρουρός, θα έλεγα.»
Ο Καζ στράφηκε απότομα στο μάγο και το τσεκούρι καρφώθηκε βαθιά στον κορμό όπου καθόταν προηγουμένως. Δε βρήκε το κεφάλι του για λίγα χιλιοστά μονάχα. Ο Μάτζιους έγινε κάτωχρος σαν τον Ρέναρντ και το στόμα του απόμεινε μισάνοιχτο από το κομμένο του γέλιο.
Ο άγριος πολεμιστής δεν μπόρεσε να χαρεί την εκδίκησή του, γιατί ξαφνικά έχασε την ισορροπία του. Ένα πολύ συγκεκριμένο τρέμουλο τράνταξε ολόκληρο το δύστυχο μινώταυρο. Ο Χούμα πρόσεξε ότι η δική του ισορροπία ήταν ακλόνητη όπως πάντα και ύστερα έστρεψε ξανά τα μάτια του στον Καζ. Μ’ ένα μουγκρητό, ο μινώταυρος άφησε το τσεκούρι του να κατρακυλήσει κι έπεσε ανάσκελα.
Στο μεταξύ ο Μάτζιους είχε συνέλθει από την τρομάρα του. Φρόντισε πάντως να γελάσει πιο σιγανά και καθόλου κοροϊδευτικά. Είδε τον Καζ να προσπαθεί μάταια να σηκωθεί και κούνησε το κεφάλι.
«Δε θα καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου παρά μόνο αν το πω εγώ. Έχω το λόγο σου ότι δε θα προσπαθήσεις να με πειράξεις;»
Το σαγόνι του μινώταυρου βρόντησε στο σκληρό χώμα και γρύλισε ότι συμφωνούσε. Ο Μάτζιους κοίταξε το στοιχειακό. Φάνηκε ότι οι δύο κρύσταλλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν κι εκείνοι, αν και ο Χούμα σκέφτηκε ότι μπορεί απλώς να το φαντάστηκε. Χωρίς καμία προειδοποίηση, το έδαφος κάτω από τον Καζ έγινε ξανά στέρεο. Ο Καζ δίστασε, φοβούμενος κάποιο άλλο κόλπο.
«Άντε, σήκω λοιπόν» μουρμούρισε ο μάγος. «Είσαι απολύτως ασφαλής.»
Ο Χούμα χαλάρωσε, αλλά δεν ξανάβαλε το σπαθί του στο θηκάρι. Το χωματένιο πλάσμα τον ενοχλούσε.
Ο Μάτζιους σηκώθηκε και στάθηκε ανάμεσα στον Χούμα και το πλάσμα. Σαν να εκπαίδευε κυνηγόσκυλο, ο Μάτζιους σήκωσε το ένα του χέρι και είπε «Μίλα μου.»
Η φωνή ήταν βαθιά και ηχηρή, αλλά ήταν και σαν να άκουγες ένα σωρό πέτρες και βότσαλα να τραντάζονται βίαια μέσα σε ένα λέβητα. Οι πρώτες λέξεις ήταν ουσιαστικά ακατάληπτες. Τις είπε ξανά.
«Όλα καλά. Κανείς δεν μπαίνει στο άλσος. Το κάστρο καλοδέχεται το γυρισμό του μάγου.» Ο λοφίσκος σώπασε.
Ο Μάτζιους έγνεψε ικανοποιημένος. Γύρισε στους άλλους. «Πέρα από εκείνη την πυκνή συστάδα δέντρων, τρεις ώρες ταξίδι, βρίσκεται ο προορισμός μας.»
Ο Καζ έσφιξε τις γροθιές του, αλλά το ξανασκέφτηκε. Είχε ήδη δει μερικά απ’ όσα μπορούσε να κάνει ο δούλος του μάγου. «Είναι τόσο κοντά και μας έβαλες να κοιμηθούμε εδώ;»
«Πιστεύω πως άκουσες το στοιχειακό να αναφέρει ένα άλσος, έτσι δεν είναι;» Το πρόσωπο του μάγου ήταν εντελώς ήρεμο.
«Ε, και;»
«Μόνο εγώ θα τολμούσα να μπω στο δάσος κατά τη διάρκεια της νύχτας – και αυτό επειδή έχω ξοδέψει πολύ χρόνο για να το κατακτήσω. Αν σας άφηνε να το διαβείτε, αυτό θα ήταν σίγουρα η καταδίκη σας.»
Ο Χούμα κοίταξε προς το μέρος που έδειχνε ο φίλος του. «Τι κίνδυνος υπάρχει; Μπορεί να τον σταματήσει μια λεπίδα ή ένα τσεκούρι;»
Στο γέλιο του μάγου δεν υπήρχε ίχνος χιούμορ. «Υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες απειλές από τις απλές, τις χειροπιαστές. Ας πούμε ότι για να βγεις ολόκληρος αποκεί μέσα, πρέπει να έχεις πολύ γερό μυαλό. Γερό ή απλοϊκό, διάλεξε.»
Γρίφοι, που θα ’λεγε και ο Καζ. Έτσι νόμισε ο Χούμα. Δεν εμπιστευόταν τις προκλήσεις που δεν μπορούσες να αντιμετωπίσεις καταπρόσωπο. Κατά πολλούς τρόπους, ήταν άλλο ένα σημάδι των αλλαγών που είχε υποστεί ο Μάτζιους τον καιρό πριν από τη Δοκιμασία.
«Το στοιχειακό θα μας οδηγήσει και θα βάλει τα δυνατά του για να βοηθήσει όποιον ξεστρατίσει. Αυτόν ας τον λυπηθούν οι θεοί, γιατί το άλσος δε θα τον λυπηθεί.»
Χρειάστηκαν μισή ώρα μόνο για να φτάσουν στην άκρη του άλσους. Ο Χούμα δε θυμόταν να είχε ξαναδεί σε ολόκληρη τη ζωή του τόσο πυκνά φυλλώματα. Δέντρα, χορτάρια, θάμνοι, ακόμα και κληματόβεργες φύτρωναν το ένα μέσα και γύρω από το άλλο, δημιουργώντας ένα πραγματικό αμυντικό τείχος ολόγυρα από την κατοικία του Μάτζιους. Όσο κι αν προσπαθούσε, ο Χούμα δεν μπορούσε να υπολογίσει το βάθος του.
Καθαρά μονοπάτια διαγράφονταν σε διάφορα σημεία, αλλά σύντομα απομακρύνονταν γυρίζοντας ελικοειδώς το ένα από το άλλο, κάνοντας αδύνατη την επιλογή του προτιμότερου. Το χωμάτινο στοιχειακό πέρασε κάμποσα τέτοια μονοπάτια – κι ανάμεσά τους και δύο που φαίνονταν πολύ πιο φιλόξενα από εκείνο που προτίμησε τελικά. Ο Καζ κοίταξε δύσπιστα το επιλεγμένο μονοπάτι και κούνησε το τεράστιο κεφάλι του.
«Κοίτα εδώ.» Έδειξε ένα χέρι με νύχια στις αιχμηρές αγκαθωτές κληματόβεργες της εισόδου του μονοπατιού. «Μα το μονοπάτι που μόλις προσπεράσαμε ήταν καθαρό και πατημένο! Παίρνουμε σίγουρα λάθος δρόμο.»