Выбрать главу

Ο Μάτζιους τον κοίταξε με φανερή περιφρόνηση. «Το πιο ελκυστικό δόλωμα πιάνει τις περισσότερες μύγες, φίλε μου. Αν θες, είσαι ελεύθερος να δοκιμάσεις το άλλο μονοπάτι. Εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα αγκαθωτό φυτό. Εκεί… θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε.»

Ο Καζ μετατοπίστηκε άβολα, κοιτάζοντας μια το ένα μονοπάτι και μια το άλλο. Κοίταξε απελπισμένος τον Χούμα περιμένοντας υποστήριξη.

Ο Χούμα με τη σειρά του κοίταξε τον Μάτζιους. Ο μάγος ήταν επιφυλακτικός. Ο Χούμα κοίταξε το μονοπάτι με τις κληματόβεργες.

«Τον εμπιστεύομαι, Καζ.»

«Τότε θα πάω όπου πας εσύ.»

«Χαίρομαι που τακτοποιήθηκε το θέμα.» Ο Μάτζιους κούνησε το κεφάλι του με θαυμασμό. Σήκωσε το ραβδί του και χτύπησε απαλά το πίσω μέρος –για τέτοιο φάνηκε τέλος πάντων– του στοιχειακού. Ο ζωντανός λοφίσκος κινήθηκε ευθεία, με τη γη μπροστά του να γίνεται μέρος της οντότητάς του καθώς έμπαινε στο άλσος. Ο Μάτζιους το ακολούθησε χωρίς δισταγμό. Ο μινώταυρος έριξε μια ματιά στον Χούμα και ακολούθησε κι εκείνος το μάγο.

Ο Χούμα –μονάχος του πια– πήρε μια βαθιά ανάσα, κράτησε το σπαθί του σε ετοιμότητα –για τι πράγμα, δεν ήξερε να πει– και μπήκε στο μονοπάτι.

Κεφαλαίο 9

Το μονοπάτι συνέχιζε φιδωτό και αναδιπλωνόταν με θαυμαστή ακρίβεια. Αν δεν τους είχε διαβεβαιώσει ο Μάτζιους πάνω από μια φορά για το αντίθετο, ο Χούμα θα ήταν σίγουρος ότι έκαναν κύκλους.

Δεν του άρεσε το δάσος που ακόμα και κατά τη διάρκεια της μέρας ήταν σκοτεινό και γεμάτο σκιές. Χωρίς το φως του ραβδιού, θα είχαν σίγουρα ξεστρατίσει από το μονοπάτι.

Ο Χούμα βούτηξε για να αποφύγει μια αγκαθωτή κληματίδα που έκοβε λοξά το μονοπάτι. Μετά το πρώτο τσίμπημα από τα αμέτρητα αγκάθια, είχε κατεβάσει την προσωπίδα του. Όμως τα αγκάθια τού έγδερναν το μέταλλο της πανοπλίας και, εκνευρισμένος, εκείνος έκοβε το ένα κοτσάνι μετά το άλλο. Κάθε φορά όμως που γυρνούσε να κοιτάξει πίσω του, δεν έβλεπε κανένα ίχνος της πράξης του.

Μπροστά του ο Καζ βλαστήμησε και κατέβασε το πολεμικό του τσεκούρι σε έναν αγκαθωτό θάμνο. Ο πληγωμένος μινώταυρος τσεκούρωσε το θάμνο μέχρι να τον κάνει θρύψαλα. Ύστερα, σχεδόν αμέσως, έπεσε με τα μούτρα σε μια αιωρούμενη κληματόβεργα. Οι κοφτερές λεπίδες του τσεκουριού την έκαναν κι αυτή λουρίδες. Η απότομη κατηφόρα στην επόμενη στροφή τούς ξάφνιασε όλους. Η μετακίνηση του εδάφους καθώς προχωρούσε το στοιχειακό μπέρδεψε τον Μάτζιους. Το ραβδί του κατέβηκε ορμητικά και ο μάγος, περιμένοντας κάποιου είδους αντίσταση, έπεσε με τα μούτρα. Ο Καζ –που ερχόταν πίσω του– σκόνταψε πάνω του. Ο Χούμα έστριψε προκειμένου να αποφύγει να πέσει και εκείνος στον άτσαλο σωρό, έχασε την ισορροπία του σε διαφορετικό σημείο κι έπεσε έξω από το μονοπάτι.

Ο Χούμα σταμάτησε απότομα, χάρη στο τεράστιο κέλυφος ενός άλλοτε δυνατού δέντρου. Έτριψε το πίσω μέρος του κεφαλιού του –που είχε δεχτεί μέρος της πρόσκρουσης– και σήκωσε τα μάτια στο κενό.

Δεν υπήρχε μονοπάτι. Ο τόπος ήταν γεμάτος από τα δέντρα του άλσους. Θάμνοι ψηλοί, εκατόχρονοι, γέμιζαν τα κενά ανάμεσα στα δέντρα. Τα υπόλοιπα τα γέμιζαν οι σκιές. Βαθιές, πυκνές σκιές.

Ο Χούμα έκλεισε τα μάτια και τ’ άνοιξε ξανά, φροντίζοντας αυτή τη φορά η ματιά του να μην πέσει στις σκιές. Ρίγος τον διαπέρασε. Αυτό που είχε δει – πάγωσε. Τι είχε δει, αλήθεια; Ξεπερνούσε κάθε περιγραφή. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι βρισκόταν κάπου εκεί έξω και τον περίμενε να στραφεί απρόσεκτα προς το μέρος του.

«Μάτζιους! Καζ!» Άκουσε την ηχώ της φωνής του. Ένα αθόρυβο κοροϊδευτικό γέλιο έλεγες πως ερχόταν από παντού.

«Χούουουμααα…»

Ακούγοντας τον ήχο της φωνής, ο Χούμα άπλωσε το χέρι στο βαρύ του ξίφος – και διαπίστωσε ότι το είχε χάσει. Τότε θυμήθηκε ότι κρατούσε το σπαθί στο χέρι του. Ψάχνοντας όμως το έδαφος στο λιγοστό φως, δεν είδε ούτε ίχνος της λεπίδας.

Κάτι ψηλό και δύσμορφο ξεκόλλησε από τις άλλες σκιές και πέρασε αστραπιαία μπροστά από το οπτικό του πεδίο. Τα νεύρα του σφίχτηκαν στο καινούριο άκουσμα του κοροϊδευτικού γέλιου. Ο Χούμα τράβηξε ένα μαχαίρι, ελπίζοντας ότι το ατσάλι θα έκανε κάποια εντύπωση.

Η θέα του κρύφτηκε από κάτι που υλοποιήθηκε κυριολεκτικά μπροστά του. Τίναξε άγρια το μαχαίρι του και βρήκε λάσπη και χώμα. Το χέρι του βυθίστηκε στη λάσπη και η μικρή λεπίδα τού ξέφυγε.

Με γουρλωμένα μάτια κοίταξε τα παγερά, γαλάζια, κρυστάλλινα μάτια του στοιχειακού.

Ο Χούμα χρειάστηκε να καταπνίξει την επιθυμία του να αγκαλιάσει το παράξενο πλάσμα. Το στοιχειακό τον κοίταξε από ψηλά και του μίλησε με την ίδια εκείνη μεταλλική φωνή με την οποία είχε απαντήσει στον Μάτζιους.