Выбрать главу

«Ακολούθα.» Μία μονάχα υπέροχη λέξη. Ξαφνικά, ευλογημένα, το σπαθί του ήταν ξανά στο χέρι του.

Οι δυο κρύσταλλοι βυθίστηκαν γοργά στα βάθη του λοφίσκου. Στην αρχή το ζωντανό βουνό δεν κουνήθηκε και ο ιππότης νόμισε πως είχε πετρώσει. Έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι κι έσκυψε προς το πίσω μέρος του γήινου κελύφους του στοιχειακού. Αποφάσισε να βγει από την αβεβαιότητα σκάβοντάς το. Καθώς όμως το άγγιξε με τα χέρια του, το χώμα άρχισε να του καίει σε απίστευτο βαθμό τα δάχτυλα και ο Χούμα βιάστηκε να τα τραβήξει. Από το λοφίσκο ξεπρόβαλαν δυο λαμπερά αντικείμενα.

Με τα κρυστάλλινα μάτια του στη θέση τους, το στοιχειακό επανέλαβε το προηγούμενο μήνυμά του: «Ακολούθα.»

Ο Χούμα παραμέρισε μ’ ένα πήδημα και το παράξενο πλάσμα προχώρησε. Αντί να γυρίζει όπως θα έκανε ένας άνθρωπος, το στοιχειακό έστριβε απλώς το κεφάλι του προς οποιαδήποτε κατεύθυνση ήθελε να ακολουθήσει. Αυτό τον αναστάτωνε – και ο Χούμα, κοιτάζοντας πάντα κατάπληκτος, αγνόησε και πάλι την εντολή του χωμάτινου δούλου. Το βουνό δεν την επανέλαβε. Έγινε ένας μικρός λοφίσκος και ύστερα εξαφανίστηκε.

Η πρώτη αντίδραση του Χούμα ήταν να βγάλει το σπαθί του από το θηκάρι. Ύστερα έσφιξε τα δόντια και με τέσσερις μεγάλες δρασκελιές βρέθηκε μπροστά στο μινώταυρο που έβριζε μεγαλόφωνα και στον ανήσυχο μάγο.

«Χούμα!» Ο Καζ κόντεψε να τον λιώσει μ’ ένα αγκάλιασμα αντάξιο αρκούδας ή μάλλον ταύρου.

Ο Μάτζιους χαμογέλασε ανακουφισμένος. «Όταν έπεσες έξω από το μονοπάτι, ο ταυροκέφαλος σύντροφός σου ήταν έτοιμος να τρέξει ξοπίσω σου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να του εξηγήσω ότι θα ήταν μεγάλη βλακεία να χαθείτε κι οι δυο σας.»

Ο μινώταυρος παράτησε τον Χούμα και στράφηκε στο μάγο. «Εσύ δε θα πήγαινες να τον βρεις! Κάποιος έπρεπε να το κάνει.»

«Κάποιος το έκανε.» Ο Μάτζιους ξαναπήρε το αριστοκρατικό του ύφος. «Αν και ξέρω τα κατατόπια του άλσους, προτιμώ να στέλνω το στοιχειακό –που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα– παρά να κινδυνέψει η ζωή μου για να τηρηθούν τα προσχήματα.»

«Είσαι δειλός!»

«Είμαι ρεαλιστής.» Ο Μάτζιους στράφηκε στον παλιό του φίλο. «Αν το στοιχειακό δεν ήταν εδώ ή αν δεν είχε καταφέρει να σε βρει, θα ερχόμουν εγώ – σε βεβαιώνω.»

Ο Χούμα δέχτηκε τις εξηγήσεις του μάγου κάτω από το ειρωνικό ρουθούνισμα του Καζ. Ο Μάτζιους αγνόησε τον τελευταίο και χτύπησε γοργά με το ραβδί του το πίσω μέρος του στοιχειακού. Η ομάδα ξεκίνησε ξανά.

Αν και δε συνάντησαν άλλες δυσκολίες, ο Χούμα είχε συνέχεια τα μάτια του καρφωμένα –ανήσυχα– στο μονοπάτι. Τελικά βγήκαν στο φως. Ένα λαμπρό φως. Ήταν λες και ολόκληρο το στρώμα των νεφών είχε υποχωρήσει μπροστά στις χρυσές αχτίδες του ήλιου. Ακόμα και ο Καζ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με την καρδιά του. Όταν ο Μάτζιους γύρισε να τους μιλήσει, χαμογελούσε κι εκείνος μέχρι τ’ αυτιά. Σήκωσε ψηλά το ραβδί του.

«Καλώς ήρθατε στο σπίτι μου.»

Είδαν έναν άγριο, χρυσαφένιο αγρό. Θα ήταν εύκολο να πιστέψει κανείς ότι κάπου μέσα του ξωτικά χόρευαν κι έπαιζαν. Πεταλούδες και πουλάκια πετούσαν εδώ κι εκεί, ενώ τα λαμπερά, ώριμα στάχυα κυμάτιζαν τεμπέλικα στο διάβα τους. Μικρά, τριχωτά πλάσματα πηδούσαν ανάμεσα στα αραιά δέντρα που σημάδευαν τα όρια του δάσους. Αν υπήρχε ένας παράδεισος σε ολόκληρο τον Κριν, ήταν αυτός εκεί.

Στο κέντρο του θαυμαστού αγρού υψωνόταν το κάστρο του Μάτζιους, ένα κάστρο που, σαν τον αγρό που το περιέβαλλε, θα μπορούσε να ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι. Μια μοναδική, γιγάντια ξύλινη πύλη ήταν η είσοδός του. Παράθυρα ανοίγονταν στο επάνω μέρος του κάστρου – και μάλιστα στην κορυφή του υπήρχε κι ένα μικρό λιακωτό. Η κορυφή του έκανε το κάστρο να μοιάζει με αιχμή λόγχης, καλοφτιαγμένη και αιχμηρή σαν βελόνα. Οι πλευρές του έλαμπαν σαν από μέταλλο – και το μόνο που δεν άρεσε στον Χούμα ήταν ότι του θύμισε στιγμιαία το σκοτεινό, μπρούτζινο κάστρο που ακροβατούσε στην άκρη της κολασμένης Αβύσσου.

Ο Μάτζιους υποκλίθηκε και τους έδωσε να καταλάβουν ότι έπρεπε να προχωρήσουν πρώτοι. Το στοιχειακό είχε εξαφανιστεί, ίσως για να περιπολήσει ξανά στα σύνορα του άλσους.

«Εδώ, φίλοι μου, είστε ασφαλείς. Είναι το ασφαλέστερο μέρος του Άνσαλον.»

Ο ιππότης με το μινώταυρο μπήκαν στον αγρό σαν δυο παιδιά. Κάθε ανησυχία τους σχετικά με τον πόλεμο είχε χαθεί. Είχε εξαφανιστεί και το μίσος – και ο φόβος. Δεν υπήρχε παρά η συναρπαστική ομορφιά της γης που απλωνόταν μπροστά τους.

Ο μάγος τους παρακολούθησε να τον προσπερνούν και το χαμόγελο χάθηκε στιγμιαία από τα χείλη του.

Καθώς προχωρούσαν, κάτι παράξενο φάνηκε να συμβαίνει. Το κάστρο άλλαζε. Σε κάθε τους βήμα γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Μέχρι να φτάσουν στην πύλη, ο Χούμα και ο Καζ αναγκάζονταν να αναγέρνουν το κεφάλι σαν να κοίταζαν τον ουρανό τον ίδιο.