«Πώς γίνεται να μη βλέπουν οι δράκοι κάτι τόσο μεγάλο;» αυτή τη φορά τα λόγια του Καζ δε φανέρωναν καχυποψία, μόνο απορία.
«Σαν αυτό τον αγρό» είπε ο Μάτζιους. «Τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτό που δείχνουν ή αυτό που βλέπουμε. Κάποιος δημιούργησε αυτό τον τόπο πολύ καιρό πριν πατήσει άνθρωπος στον Κριν. Ξόδεψα πολύ χρόνο προσπαθώντας να ανακαλύψω τα μυστικά τους, αλλά τα διάφορα κομμάτια οδηγούν στην υπόνοια πως είναι έργο των ογκρ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα ογκρ μπόρεσαν να χτίσουν ένα μέρος με τόση ομορφιά. Ίσως είχε φτιαχτεί σαν παραδείσιος κήπος των ίδιων των θεών. Αυτό μου φαίνεται πιο λογικό.»
Ο Χούμα βρήκε τη στιγμή να διαταράξει την ηρεμία του τοπίου βήχοντας.
Ο μάγος μόρφασε. «Με συγχωρείτε. Πρέπει να είστε κουρασμένοι και να διψάτε. Θα μπούμε μέσα να ξεκουραστούμε. Ύστερα θα μιλήσουμε.»
Ο Μάτζιους σήκωσε ξανά το ραβδί του και μουρμούρισε μια σειρά από λέξεις που δε φαίνονταν να βγάζουν νόημα. Το ραβδί –που το φως του είχε σβήσει– έλαμψε ξαφνικά σαν να πήρε ζωή. Τόσο ο Χούμα όσο και ο Καζ αναγκάστηκαν να καλύψουν στιγμιαία τα μάτια τους.
Η πύλη άνοιξε, λες από κάποιο τεράστιο, αόρατο χέρι. Ο Μάτζιους δεν έπαυε να εκπλήσσει τον Χούμα, αν και το κάστρο θα μπορούσε να είναι επίσης έργο των αρχαίων.
Διάβηκαν την πύλη και μπήκαν σε έναν προθάλαμο που –αν και ήταν μικρότερος από αυτόν ενός άρχοντα– τους ξεπερνούσε όλους σε πολυτέλεια. Γλυπτά ξωτικών, ζώων, ψηλών ανθρωπόμορφων πλασμάτων και όντων που μόνο θεοί μπορούσαν να είναι, κοσμούσαν τους τοίχους. Σαν υπερφυσικό ερπετό, μια μονή σκάλα ανέβαινε ελικοειδώς στους επάνω ορόφους. Ένα χρυσοκόκκινο υφαντό που απεικόνιζε τους αστερισμούς κρεμόταν από τη μια μεριά, ενώ ένα άλλο παρίστανε ένα βουνό που υψωνόταν πάνω από το τοπίο. Ήταν τόσο ζωντανό που τράβηξε την προσοχή του Χούμα. Στο πίσω μέρος του μυαλού του τον τριβέλιζε η σκέψη ότι κάπου το ήξερε αυτό το μέρος, αν και στην πραγματικότητα ο Χούμα ήξερε ότι αυτό το βουνό δεν το είχε ξαναδεί. Συνέχισε να το κοιτάζει, μέχρι που η φωνή του Μάτζιους έλυσε τα μάγια του υφαντού.
«Δεν είναι όλα γνήσια, αλλά δε γίνεται να τα έχουμε όλα. Προσοχή!»
Αυτό το τελευταίο πήγαινε στον Καζ, ο οποίος περιεργαζόταν ένα θαλερό γλυπτό που παρίστανε έναν παράξενο δράκο. Ήταν μακρύς και στενός, σχεδόν σαν φίδι, χωρίς φτερά και πόδια. Το λίγο που απόμενε από το χρώμα του φανέρωνε ότι κάποτε ήταν πράσινος και γαλάζιος, ανάμικτα, σε έναν παράξενο συνδυασμό χρωμάτων για δράκο.
«Αυτό το γλυπτό έγινε από άτομο της φυλής μου.»
«Αδύνατον. Πρέπει να είναι φτιαγμένο από ξωτικό. Κοίτα το.»
Ο Καζ ρουθούνισε. «Νομίζεις πως εμείς δεν έχουμε καλλιτέχνες; Αναγνωρίζω τα χαρακτηριστικά σχέδια του πηλού, έστω κι αν το δικό σου έμπειρο μυαλό δεν μπορεί να τα δει.»
«Γιατί να θέλει κάποιος να πλάσει ένα δράκο σαν αυτόν; Τόσο μακρύ και στενό δεν έχω ξαναδεί. Υπάρχουν τέτοιοι;» ρώτησε ο Χούμα γυρίζοντας στον Μάτζιους.
Ο μάγος σήκωσε τους ώμους. «Ποτέ μου δε διαπίστωσα την ύπαρξη τέτοιου όντος. Είμαι σίγουρος πως είναι μια καθαρά καλλιτεχνική απεικόνιση, προϊόν φαντασίας. Άλλος ένας λόγος που δεν μπορεί να είναι έργο μινώταυρων, για να μην αναφέρω ότι είναι υπερβολικά παλιό.»
«Είμαστε η πρώτη πολιτισμένη φυλή.»
«Πολιτισμένη ή οικόσιτη;»
Ο Καζ κινήθηκε γοργά, αλλά το αγαλματίδιο κοκάλωσε στον αέρα, κάπου ένα μέτρο πριν φτάσει στο πρόσωπο του Μάτζιους. Η περιφρονητική ματιά του μάγου βρήκε το ταίρι της στην απογοήτευση που απλώθηκε στο πρόσωπο του Καζ. «Την επόμενη φορά κοίτα να είσαι εύστοχος, γιατί θα είναι και η τελευταία σου. Κι επίσης φρόντισε να χρησιμοποιήσεις κάτι λιγότερο πολύτιμο.»
Με μια κίνηση του ελεύθερου χεριού του ο Μάτζιους επέστρεψε το άγαλμα στο βάθρο του. Ο Καζ ρουθούνιζε κοφτά και τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα. Ξαφνικά ο Χούμα πήγε και στάθηκε ανάμεσά τους κραδαίνοντας το σπαθί του.
«Σταματήστε!»
Το ξέσπασμά του ήταν τόσο άγριο που ο μάγος και ο μινώταυρος τον κοίταξαν σαν να είχε τρελαθεί. Ο Χούμα κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο με μια έκφραση που ευχόταν να μοιάζει θηριώδης.
«Το Άνσαλον –ολόκληρος ο Κριν ίσως– μπορεί να στενάζει ανήμπορο κάτω από τη δρακοβασίλισσα, κι εσείς οι δύο κάνετε σαν σχολιαρόπαιδα!»
Ο Καζ ήταν ο μόνος από τους δύο που φάνηκε να ντρέπεται. Ο Μάτζιους δέχτηκε την κατσάδα όπως και όλα τα υπόλοιπα. Σήκωσε απλώς τους ώμους κι έκανε σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό.
«Υπάρχουν πολλά ακόμα για να δείτε, αλλά φαντάζομαι πως χρειάζεστε λίγη ανάπαυση. Δίκιο δεν έχω;»
«Επί του προκειμένου τουλάχιστον, ναι» μουρμούρισε ο Καζ.