Выбрать главу

Ο Χούμα έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι, αλλά ο θυμός του δεν είχε ξεθυμάνει. «Και μετά, τι; Μπορείς να έρθεις σ’ επαφή με το τάγμα σου; Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ για πάντα. Εσύ ήρθες να μας βρεις. Δεν έχεις κάποιο σχέδιο;»

«Ασφαλώς.» Η απάντηση ήρθε γρήγορα, αλλά κάτι στα λόγια του μάγου έκανε τον Χούμα να αμφιβάλλει. Να, πάλι ένας Μάτζιους που του ήταν άγνωστος. Να, ένας Μάτζιους που κρατούσε μυστικά από ένα πρόσωπο που μπορούσε να εμπιστευτεί. Πόσο είχε αλλάξει…

Ή μήπως είμαι εγώ αυτός που έχει αλλάξει; σκέφτηκε ο Χούμα. Παλιά ούτε θα αμφέβαλλε για τον Μάτζιους ούτε θα διερευνούσε τις απαντήσεις του. Η Ιπποσύνη τού είχε ανοίξει τα μάτια στις κρυμμένες αλήθειες που έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων.

«Θα ήθελα ν’ ακούσω το σχέδιό σου» είπε επίτηδες ο Χούμα.

«Όλα στην ώρα τους. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα εδώ που απαιτούν την άμεση προσοχή μου. Στο μεταξύ εσείς οι δύο μπορείτε να χαλαρώσετε και να απολαύσετε λίγο φαγητό ίσως.»

Ο Μάτζιους χτύπησε το ραβδί του στο έδαφος. Ο Χούμα ένιωσε να τον διαπερνά ρίγος. Τότε είδαν την ομίχλη.

Φτερούγιζε τριγύρω από τον Μάτζιους σαν πουλάκι γύρω από τον αφέντη του. Ο Χούμα δεν ένιωθε καθόλου το φύσημα του ανέμου, ούτε έβλεπε την πηγή απ’ όπου ανάβλυζε η ομίχλη. Κινούνταν σαν να είχε δική της ζωή.

«Ξένοι. Οδηγός.» Τις λέξεις αυτές ο Μάτζιους δεν τις είπε ούτε στον Χούμα ούτε στον Καζ, αλλά στο σύννεφο που απάντησε «Ξέεενοι. Οδηγόοος.» Η φωνή της ομίχλης έβγαινε λες από φωτιά που την κατάβρεχαν.

«Δωμάτια για τη νύχτα»

«Δωμάτιααα.»

Ο Μάτζιους μόρφασε. «Τα στοιχειακά του αέρα είναι πολύ αργά.» Ανέμισε το χέρι του προς την αιωρούμενη ομίχλη. «Αμέσως, σε παρακαλώ.» Στράφηκε στον Χούμα. «Αφού φάτε και ξεκουραστείτε» είπε «τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν.»

Ο Καζ άφησε ένα μακρόσυρτο «χμμμφ» που ο Μάτζιους αγνόησε. Το στοιχειακό του αέρα, έχοντας πάρει τις διαταγές του, αιωρούνταν ανυπόμονο ανάμεσα στους δύο «ξένους».

«Ελάτεεε. Δωμάτιααα. Ξέεενοι.»

Ο οικοδεσπότης τούς παρακολούθησε να ανεβαίνουν την ελικοειδή σκάλα πίσω από την ομίχλη. Όταν βρέθηκαν πέρα από την ακτίνα ακοής τους, ο Καζ έγειρε προς τον Χούμα –που προχωρούσε πρώτος– και του ψιθύρισε «Αυτός ο μάγος είναι φίλος σου;»

«Ναι.» Ο Χούμα δυσκολεύτηκε να απαντήσει με καθησυχαστικό ύφος.

«Ευχήσου να σε θεωρεί ακόμα και δικό του φίλο. Νομίζω ότι αυτό το κάστρο με τα μυστικά του θα ήταν μια πολύ ασφαλής και παντοτινή φυλακή.»

Ο ιππότης δε διαφώνησε. Το είχε σκεφτεί και ο ίδιος.

Αν ήταν πραγματικά φυλακή, ήταν μια φυλακή που πολλοί παλιάνθρωποι θα ικέτευαν να κλειστούν σ’ αυτήν. Αφού συνήθισαν έστω και λίγο τους ομιχλώδεις υπηρέτες τους, ο Καζ και ο Χούμα δε δυσκολεύτηκαν να απολαύσουν τα κρέατα και τα φρούτα, για να μη μιλήσουμε για τα κρασιά που θα ήταν αντάξια οποιασδήποτε βασιλικής αυλής.

Το ίδιο και τα δωμάτια. Ήταν υπέροχα, αν και υπερβολικά μεγάλα για ένα άτομο κανονικού μεγέθους σαν τον Χούμα. Ο Καζ, πάλι, βρήκε τα έπιπλα τέλεια για τον όγκο του και το θεώρησε επιπλέον απόδειξη ότι το κάστρο ήταν απομεινάρι της φυλής του. Ο Χούμα ήξερε ότι κανείς δεν είχε δει μινώταυρους τόσο δυτικά από την αρχή του πολέμου, αλλά κράτησε τις όποιες αντιρρήσεις του για τον εαυτό του.

Τους είχαν δώσει ξεχωριστά δωμάτια, πράγμα για το οποίο ο Καζ είχε διαμαρτυρηθεί στην αρχή, θεωρώντας το προφανή εφαρμογή του «Διαίρει και βασίλευε.»

«Αν το ήθελε, ο Μάτζιους θα μπορούσε να μας έχει σκοτώσει εκατό φορές» του ανταπάντησε ο Χούμα. «Είδες πώς σε αντιμετώπισε στο διάδρομο.»

«Τύχη. Για βάλε μας να παλέψουμε ένας εναντίον ενός…»

«Και δε θ’ αφήσει τίποτα παρά μόνο στάχτες. Για εκείνον η μαγεία είναι όπως για μας η αναπνοή.»

Ο μινώταυρος βρόντησε τη δυνατή γροθιά του στον τοίχο. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, ο τοίχος δέχτηκε καλά το χτύπημα. «Στον τόπο μου…»

Ο Χούμα τον σταμάτησε πριν προχωρήσει. «Εδώ βρίσκεσαι στο Έργκοθ. Ισχύουν τα έθιμα των ανθρώπων.»

«Αλήθεια; Ξέχασες κιόλας τη μάχη;»

«Δεν την ξέχασα. Απλώς νομίζω ότι πρέπει να με εμπιστευτείς. Ξέρω τον Μάτζιους πολύ καλύτερα απ’ όσο εσύ.»

Ο Καζ σώπασε, αλλά όχι πριν απαντήσει «Το ελπίζω. Για το καλό και των δυο μας.»

Ο Χούμα, καθιστός στο κρεβάτι του, σκεφτόταν τα λόγια του μινώταυρου. Παρά την εξάντλησή του από την πορεία μέσα στο δάσος, του ήταν αδύνατον να κοιμηθεί. Ο Καζ, από την άλλη, θα μπορούσε να είναι νεκρός, αν δε διαπερνούσαν τους τοίχους τα ροχαλητά του, φτάνοντας μέχρι το δωμάτιο του Χούμα.

Τα κεριά, που τα είχε βρει αναμμένα μπαίνοντας, είχαν λιώσει τόσο που δεν έφεγγαν πια σχεδόν καθόλου. Το τρεμούλιασμα της φλόγας τους έριχνε παράξενες σκιές γύρω στο δωμάτιο και τα μάτια του Χούμα όλο και επέστρεφαν σε μια σκιά ιδιαίτερα ψηλή και βαθιά, στην απέναντι γωνία της κάμαρας. Ήταν τόσο σκοτεινά που παραλίγο να πιστέψει πως, αν το ήθελε, θα μπορούσε να μπει μέσα της και να περάσει τον τοίχο.