«Χούμα.»
Ένα χέρι, ανοιχτό, πρόβαλε από το σκοτάδι. Το ακολούθησε ένα δεύτερο. Ο ιππότης τραβήχτηκε από τη συγκεκριμένη πλευρά του κρεβατιού κι έκανε κατά το σπαθί του που κρεμόταν δίπλα του.
«Χούμα, πρέπει να σου μιλήσω.»
«Μάτζιους;»
«Ποιος άλλος;» Μπράτσα ακολούθησαν τα χέρια κι ύστερα φάνηκε και ο υπόλοιπος μάγος. «Συγνώμη για τη θεατρική είσοδο» ψιθύρισε ο Μάτζιους «αλλά δε θέλω να μιλήσω με το μινώταυρο, που μπορεί να δυσαρεστηθεί από κάποια πράγματα που έχω να πω.»
«Ενώ εγώ όχι;» Ο Χούμα ένιωσε το θυμό του να φουντώνει. Τα κόλπα του μάγου άρχιζαν να κουράζουν ακόμη και τον παλιό του φίλο.
Οι ματιές τους έσμιξαν και ο Μάτζιους βιάστηκε να κοιτάξει αλλού. «Μπορεί κι εσύ. Αλλά τουλάχιστον εσύ θα το έβλεπες λογικά. Μια φορά να αποτύχουν οι δυνάμεις μου, και ο δίποδος ταύρος με ξέκανε.»
«Δεν τον αδικώ εντελώς, Μάτζιους.»
«Το ξέρω.» Ο μάγος έχωσε το πρόσωπο στις παλάμες του. «Αχ, πόσο καλά το ξέρω.»
Ο Χούμα σηκώθηκε όρθιος, πλησίασε τον παιδικό του φίλο και ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του. «Πες μου και σου υπόσχομαι να σ’ ακούσω με ανοιχτό μυαλό.»
Ο Μάτζιους σήκωσε το βλέμμα και οι δύο φίλοι ξαναβρέθηκαν όπως τις παλιές μέρες, τότε που το μόνο που τους ένοιαζε ήταν η πλάκα. Η έκφρασή του χάθηκε αμέσως. Ο Μάτζιους άπλωσε κομψά το ένα του χέρι. Το ραβδί βρέθηκε στην παλάμη του στη στιγμή, περιμένοντας τις διαταγές του.
«Μπροστά σου βλέπεις ένα μάγο με μεγάλη δύναμη – κι ακόμα μεγαλύτερες προοπτικές. Δεν είμαι ο πρώτος που το λέει αυτό. Το είπε ο χοντρός, χαρούμενος Μπελγκάρντιν τη μέρα που με πήρε μαθητή του.»
Ο Μπελγκάρντιν. Ο Χούμα θυμόταν το γερο-μάγο. Ήταν ο πρώτος που διέκρινε τη δύναμη του νεαρού Μάτζιους. Δύναμη που όμοια της δεν είχε ξαναδεί. Ο Μπελγκάρντιν είχε μεγάλη ειδικότητα στους Μάγους του Ερυθρού Χιτώνα και ήταν σε θέση να αντιληφθεί, και τη βοήθεια που χρειαζόταν ο νεαρός, και το κύρος που θα είχε ο ίδιος εκπαιδεύοντας έναν πιθανό Μέγα Μάγιστρο του τάγματος – οποιουδήποτε τάγματος.
«Είχε δίκιο. Το θυμάσαι. Διακρίθηκα στα πάντα. Ήμουν ο λαμπρότερος υποψήφιος που είχαν δει ποτέ τους. Τα κατάφερνα με ξόρκια που δυσκόλευαν ακόμα και έμπειρους μάγους. Ήμουν ένα θαύμα.» Η αμυδρή αλαζονεία στη φωνή του Μάτζιους ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Όλα όσα είχε πει ήταν αλήθεια.
Ο μάγος σοβάρεψε. «Εσείς οι κοινοί άνθρωποι ακούτε για τη Δοκιμασία και τις φήμες που την περιβάλλουν.» Ο Μάτζιους έκανε μια κοφτή κίνηση με το ελεύθερο χέρι του. «Οι φήμες ωχριούν μπροστά στην αλήθεια.»
Η Δοκιμασία ήταν η τελική απόδειξη της ικανότητας του μάγου να χειριστεί τη δύναμή του. Δεν είχε καμία σημασία σε ποιο τάγμα ανήκε. Όλοι οι μάγοι περνούσαν τη Δοκιμασία.
Ο Μάτζιους ακούμπησε την άκρη του ραβδιού του στο πάτωμα κι έγειρε βαριά πάνω του. «Δεν μπορώ να ξέρω τι πέρασαν οι άλλοι, αλλά μερικοί δεν επέζησαν. Προχώρησα στη Δοκιμασία έχοντας βάλει με το μυαλό μου κάθε δυνατό σενάριο. Νόμισα πως θα έστελναν μαύρα ξωτικά να με κυνηγήσουν ή πως θα με ανάγκαζαν να σκοτώσω ένα γέρο ή έναν άρρωστο. Ίσως, σκέφτηκα, με βάλουν να σταθώ στο χείλος της Αβύσσου και να αντικρίσω την ίδια τη βασίλισσα. Ήξερα ότι ένα μέρος από αυτά θα ήταν παραισθήσεις, αλλά πολλά θα ήταν απόλυτα αληθινά. Αρκετά αληθινά για να με σκοτώσουν.»
Ο Χούμα έγνεψε ότι τον καταλάβαινε. Φυσικά, είχαν ξεφύγει μερικές πληροφορίες. Φαίνεται πως μερικές φήμες περιείχαν στοιχεία αλήθειας.
Το όμορφο πρόσωπο χαμογέλασε. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, το χαμόγελό του φάνηκε τρελό. Ο Μάτζιους γέλασε ελαφρά, αν και ο Χούμα δεν μπορούσε να φανταστεί πού έβρισκε το αστείο. «Με ξεγέλασαν εντελώς. Ή ίσως να μην ξέρουν ούτε οι ίδιοι τι ακριβώς συμβαίνει στη Δοκιμασία. Υποψιάζομαι ότι μερικές φορές η δύναμη η ίδια ενεργεί από μόνη της. Όπως και να ’χει, βρέθηκα αντιμέτωπος με το μοναδικό πράγμα που δεν μπορούσα να δεχτώ.
Το θάνατό μου. Το μελλοντικό μου θάνατο.»
Ο Χούμα δε βρήκε λέξη να πει. Ίσως να μπορούσε να του πει πως δεν ήταν αλήθεια, πως ήταν οπωσδήποτε παραίσθηση, αλλά αφού το πίστευε ο ίδιος, τι να του έλεγε;
«Κατά κάποιον τρόπο, κατάφερα να επιζήσω. Νομίζω πως αν αποτύγχανα, με περίμενε η τρέλα. Τους ξεγέλασα πέφτοντας σε μια διαφορετική τρέλα. Μια τρέλα που προερχόταν από τη συνειδητοποίηση πως ό,τι έβλεπα θα περνούσε. Έφυγα από το κάστρο, έφυγα από τη Δοκιμασία, γνωρίζοντας τη μοίρα μου κι έχοντας αποφασίσει να κάνω κάτι γι’ αυτό.
Και ανακάλυψα πως δεν μπορούσα. Εξαιτίας των αυστηρών κανόνων του τάγματος. Παρά την υποτιθέμενη απουσία περιορισμών, ούτε οι Μάγοι του Μελανού Χιτώνα ούτε οι Μάγοι του Ερυθρού Χιτώνα μπόρεσαν να μου προσφέρουν βοήθεια. Παρέμεναν πολύ περιορισμένοι και –όπως ξέρεις καλά– εγώ δεν ήμουν φτιαγμένος για να φορέσω τους μανδύες των Μάγων του Λευκού Χιτώνα.»