Выбрать главу

Ο Μάτζιους γέλασε πνιχτά με την τελευταία του παρατήρηση και ύστερα αναστέναξε. Τα κεριά είχαν καεί σχεδόν ολότελα.

«Έχοντας συνειδητοποιήσει τους περιορισμούς των τριών ταγμάτων, κατέληξα πως ήμουν αναγκασμένος να περάσω τη γραμμή που είχαν χαράξει, προκειμένου –αν μου επιτρέπεις την έκφραση– να αλλάξω το μέλλον.»

Ο Χούμα πισωπάτησε άθελά του. Τα άγρια ξόρκια, τα απόκοσμα ρούχα, τόσο διαφορετικά από τους αυστηρούς χιτώνες των άλλων μάγων. Κούνησε το κεφάλι, μη θεωρώντας εφικτό αυτό που είχε κάνει ο Μάτζιους.

«Εκεί και τότε» έλεγε ο Μάτζιους με την προσοχή του εστιασμένη μέσα του «έστρεψα τα νώτα στην τυποποιημένη, άκαμπτη εκπαίδευση του Συμβουλίου και έγινα αποστάτης.»

Κεφαλαίο 10

«Τόσο πολύ εκπλήσσεσαι, Χούμα; Ήμουν νέος, ασυγκράτητος. Πολύ πιθανό να έφευγα για άλλους λόγους. Αηδία για τη Δοκιμασία ίσως, που εξακολουθώ να βρίσκω βάρβαρο τρόπο ξεδιαλέγματος.»

Ο Χούμα σωριάστηκε ξανά στο κρεβάτι. Για κάποιον που είχε ανατραφεί με τις αυστηρές πεποιθήσεις της Ιπποσύνης, όλοι οι μάγοι ήταν αναξιόπιστοι. Ο αποστάτης θεωρούνταν πιο μαύρος και από τους Μάγους του Μελανού Χιτώνα γιατί θα μπερδευόταν με ξόρκια που ακόμα κι εκείνοι θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν.

Ο Μάτζιους διάβασε την έκφρασή του και χαμογέλασε θλιμμένα. «Ο αποστάτης δεν είναι παρά ό,τι πιστεύει ο ίδιος για τον εαυτό του. Υπάρχουν πολύ λίγοι, μια και είναι δύσκολο να διαφύγεις της προσοχής του Συμβουλίου, αλλά ορισμένοι από αυτούς είναι πολύ καλά άτομα. Ίσως όχι αρκετά ισχυροί κάποιες φορές. Αν είχαν περάσει τη Δοκιμασία, οι περισσότεροι θα είχαν χαθεί. Ενόσω ζουν κάνουν αυτό το λίγο που μπορούν για να βοηθήσουν τους άλλους. Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά.»

«Ο Γκάλαν Ντράκος.»

«Ναι.» Ο Μάτζιους είχε χλομιάσει. «Τον φοβούνται ακόμα και οι σκοτεινοί κληρικοί της βασίλισσας. Εκείνη όμως τον χρειάζεται.» Ο ιππότης σφίχτηκε. «Ξέρεις πολλά.»

«Άκουσα πολλά γι’ αυτόν στα ταξίδια μου. Σκέφτηκα ότι ίσως αυτός μπορούσε να με βοηθήσει, να μου προσφέρει προστασία. Αυτός δε φοβάται τα τρία τάγματα.»

Από το άλλο δωμάτιο ακούστηκε κάποια κίνηση. Ο Μάτζιους οπισθοχώρησε ξανά στη σκιά. «Δε νομίζω να μπορέσουμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας προς το παρόν. Προσπάθησε να καταλάβεις πως όλα όσα έκανα τα έκανα για καλό σκοπό. Θα μιλήσουμε αργότερα.»

Ο Μάτζιους έγινε ένα με το σκοτάδι. Ο ιππότης πήδησε όρθιος κι άπλωσε το χέρι του στο σκοτάδι. Τοίχος μονάχα, όπως το περίμενε. Ό,τι λογής πύλη κι αν είχε χρησιμοποιήσει ο Μάτζιους, ήταν και πάλι κλειστή.

Ο Καζ όρμησε στο δωμάτιο μ’ ένα γρύλισμα. «Τον άκουσα! Που είναι;»

Ξαφνιασμένος από την αγριάδα του μινώταυρου, ο Χούμα έκανε πίσω. «Τι τρέχει, Καζ;»

«Είναι παγίδα, όπως το υποψιαζόμουν! Το τσεκούρι μου χάθηκε! Τα μαχαίρια μου λείπουν!»

«Τι είναι αυτά που λες;» Ο Χούμα άπλωσε το χέρι στο δικό του σπαθί που κρεμόταν κοντά στο κρεβάτι. Μόνο που…

Το θηκάρι κρεμόταν εκεί, όπως και πριν, αλλά ήταν πια άδειο. Ο Χούμα άρχισε να ψάχνει βιαστικά τα πράγματά του. Όπως τα όπλα του Καζ, έτσι και τα δικά του έλειπαν όλα. Είχαν εξαφανιστεί την ώρα που μιλούσαν οι δύο φίλοι.

Ο Χούμα έφερε το χέρι του στο κεφάλι. Το δωμάτιο άρχιζε να γίνεται τρομερά ζεστό. Ένιωθε έξαψη. Ξαφνικά ο Καζ βρέθηκε πλάι του και τον κράτησε όρθιο.

«Τι σου έκανε; Είσαι άρρωστος;»

«Καλά είμαι.» Έκανε πέρα το γεμάτο έγνοια σύντροφό του.

Ο Χούμα είχε φερθεί σαν βλάκας, είχε πιστέψει ότι το παρελθόν ίσχυε ακόμα, ενώ πλέον έβλεπε καθαρά ότι ο μάγος έλεγε ψέματα. Οι αντιφάσεις του, οι εκτενείς εξηγήσεις του έθεταν πιο πολλές ερωτήσεις από τις απαντήσεις που έδιναν.

Ο Χούμα άπλωσε το χέρι στην πανοπλία του. «Φεύγουμε – με όποιο τρόπο μπορούμε.»

Ο Καζ τον βοήθησε να τη φορέσει.

Ο διάδρομος φαινόταν αφύλακτος, αν και ο ιππότης ήταν σίγουρος ότι αόρατοι υπηρέτες παρακολουθούσαν κάθε τους κίνηση. Αναρωτήθηκε μέχρι πού θα τους άφηνε να φτάσουν ο Μάτζιους.

«Αυτό δε μ’ αρέσει» μουρμούρισε ο Καζ. Εκείνος, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο, δυσπιστούσε έντονα προς τα έργα όλων των μάγων.

Έφταααν χωρίς απρόοπτα σε μια ψηλή, ελικοειδή σκάλα –πράγμα που τους έκανε ακόμα πιο προσεκτικούς. Ο Χούμα ακούμπησε ένα δάχτυλο στην κουπαστή. Μη νιώθοντας τίποτα, τόλμησε να την πιάσει. Κατέβηκε ένα σκαλί. Άλλο ένα. Κι ένα τρίτο. Ο Καζ τον ακολουθούσε από τόσο κοντά όσο του επέτρεπε ο όγκος του. Χωρίς να το καταλάβουν, επιτάχυναν το βήμα τους.