Выбрать главу

Στο έκτο σκαλί, ο Χούμα ξαφνιάστηκε. Δε βρισκόταν πια στο σκαλί, αλλά ξανά στην κορυφή της σκάλας. Πέντε σκαλιά παρακάτω, ο Καζ γύρισε απότομα αναζητώντας τον. Πριν προλάβει ο Χούμα να τον προειδοποιήσει, ο πελώριος ανατολίτης πάτησε το έκτο σκαλί. Ο Χούμα μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά στον Καζ πριν εξαφανιστεί, για να εμφανιστεί την επόμενη στιγμή πλάι του.

«Κι άλλα κόλπα» μουρμούρισε ο Καζ.

Προσπάθησαν ξανά, με το ίδιο αποτέλεσμα. Κάθε φορά εκείνος που πατούσε το σκαλί δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήταν μαγεία από τις πιο πολύπλοκες και ύπουλες.

Ήταν παγιδευμένοι σ’ ένα φαύλο κύκλο. Ο Χούμα τα παράτησε πρώτος, συνειδητοποιώντας την τρέλα του εγχειρήματος. Ο Καζ συνέχισε λίγο ακόμα, ελπίζοντας να βρει διέξοδο. Τελικά πήγε και εκείνος στο πλευρό του Χούμα στο διάδρομο.

«Και τώρα;»

Ο Χούμα άφησε κάτω το σακίδιο που κουβαλούσε και έβγαλε το άδειο θηκάρι. «Τίποτα. Φαίνεται πως δε θα πάμε πουθενά.»

«Δε γίνεται να μείνουμε εδώ!» στα μάτια του γίγαντα φάνηκε εκείνη η κόκκινη αγριάδα.

«Έχεις καμιά ιδέα; Δεν υπάρχουν παράθυρα και οι τοίχοι είναι συμπαγείς. Για μας τουλάχιστον.»

«Θα μπορούσαμε να φύγουμε σκαρφαλώνοντας.»

Ο Χούμα σήκωσε το άδειο θηκάρι και προχώρησε προς τις σκάλες. Σήκωσε το θηκάρι πάνω από την κουπαστή και το άφησε να πέσει.

Το θηκάρι εξαφανίστηκε.

Ενώ ο Καζ τον κοίταζε, ο Χούμα γύρισε και του έδειξε το πάτωμα. Το θηκάρι κειτόταν δίπλα τους.

«Θα περιμένουμε. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.»

Οι ώμοι του μινώταυρου βούλιαξαν ηττημένοι.

Παρά τις προσπάθειες τους να μείνουν άγρυπνοι, ήρθε η στιγμή που η νύστα τούς νίκησε. Και έτσι ο Χούμα ονειρεύτηκε. Ονειρεύτηκε την Γκουίνεθ κι ένα βουνό. Ονειρεύτηκε έναν ασημένιο δράκο σε πτήση. Ονειρεύτηκε κακούς μάγους να πολεμούν με θεούς. Ήταν όλα τόσο τυχαία ανακατεμένα που δεν καταλάβαινε ούτε τι ονειρευόταν, ούτε πώς είχε αρχίσει.

Τέλειωσε απότομα, γιατί τον διέκοψε μια φωνή μέσα στον ύπνο του.

«Ξύυυπνααα.»

Ο Χούμα χρειάστηκε κάμποσα δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβει ότι ο συριστικός ψίθυρος δεν ήταν μέρος του ονείρου του, αλλά το κάλεσμα ενός ομιχλώδους υπηρέτη.

«Αφέντηηης. Θέεελειειει. Μιλήσσσειειει.»

Ο Χούμα σηκώθηκε και ο Καζ, ακούγοντας το στοιχειακό, τον μιμήθηκε.

«Χούουουμααα. Μονάααχχχααα.»

«Θα πάω μαζί του – είτε αρέσει του αφέντη σου είτε όχι! Προχώρα λοιπόν, μη σε ρουφήξω!»

Είτε κατάλαβε τα λόγια του μινώταυρου είτε όχι, το στοιχειακό του αέρα προχώρησε στο διάδρομο προς τη σκάλα. Ο Χούμα το ακολούθησε με τον Καζ στο κατόπι του. Το στοιχειακό άρχισε να κατεβαίνει. Όταν έφτασαν στο σκαλί που τους γυρνούσε πίσω, ο Χούμα δίστασε κάπως. Έκανε ένα βήμα και αυτή τη φορά, προς μεγάλη του έκπληξη, δεν τον σταμάτησε τίποτα. Ο αέρινος υπηρέτης ήρθε κοντά του σαν να ανυπομονούσε να προχωρήσουν. Ο Χούμα συνέχισε να κατεβαίνει –αργά στην αρχή, πιο γρήγορα κατόπιν– διαπιστώνοντας ότι ο Μάτζιους δεν είχε στήσει καμία παγίδα.

Μια δυνατή, θυμωμένη φωνή τον έκανε να γυρίσει και να κοιτάξει λίγο ψηλότερα. Όσο ο ιππότης τού είχε γυρισμένη την πλάτη, ο Καζ είχε προσπαθήσει να τον ακολουθήσει. Προς μεγάλη ενόχληση του μινώταυρου, το ξόρκι τον κράτησε δέσμιο του.

Χωρίς να πει λέξη, ο Χούμα γύρισε κι ακολούθησε τον υπηρέτη στη στριφογυριστή σκάλα, περνώντας από διαδρόμους που δεν είχε δει την προηγούμενη μέρα. Αυτές οι αίθουσες έμοιαζαν πολύ με το άλσος, καθώς κατά τόπους ήταν σκοτεινότερες απ’ όσο θα ήταν δυνατόν. Πότε-πότε κάποια πλάσματα φτερούγιζαν στο τρεμάμενο φως των λιγοστών δαυλών. Μόνο όταν περνούσαν από αυτούς τους δαυλούς, μπορούσε να σιγουρευτεί ο Χούμα ότι ακολουθούσε τον υπηρέτη.

«Αφέντηηη.»

Στην αρχή ο Χούμα δεν κατάλαβε, γιατί το δωμάτιο όπου μπήκαν ήταν σκοτεινό και μαύρο σαν τους διαδρόμους – και δεν έβλεπε τι υπήρχε μέσα του. Τότε άκουσε το θόρυβο από κάτι που κινούνταν.

Μια μονάχα λέξη ακούστηκε και το δωμάτιο φωτίστηκε από το ραβδί του Μάτζιους. Ο θόρυβος που είχε ακούσει ο Χούμα ήταν ο μάγος που σηκωνόταν από το κάθισμά του. Καθώς γύρισε προς το μέρος του, ο Χούμα απόμεινε με το στόμα ανοιχτό. Στα μάτια του ο Μάτζιους φαινόταν τουλάχιστον δύο φορές πιο γέρος απ’ όσο προηγουμένως. Κανείς δε θα πίστευε ότι οι δύο άντρες ήταν συνομήλικοι.

«Χούμα.» Ο τόνος του μάγου σχεδόν ικέτευε τη φιλία του. Όλος ο θυμός που είχε μέσα του ο Χούμα άρχισε να εξατμίζεται στη θέα αυτής της χαμένης ζωτικότητας.

«Μάτζιους, τι;..»

«Ξέρω. Κάθε φορά που συναντιόμαστε, σε αφήνω με περισσότερες ερωτήσεις και φόβους. Φοβάμαι πως αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ούτε τώρα, αν και θα προσπαθήσω να ξεδιαλύνω μερικές από τις απορίες σου. Καταρχήν θέλω να δεις αυτό.»