Выбрать главу

Ο μάγος τον πήγε σ’ ένα συνεχόμενο δωμάτιο, όπου ο Χούμα βρέθηκε μπροστά στο χωμάτινο στοιχειακό που τους είχε οδηγήσει μέσα από το δάσος. Κάτι κειτόταν μπροστά στο χωμάτινο λοφίσκο, κάτι οικείο, που η θέα του σε παρέλυε.

Ο Χούμα το αναγνώρισε. «Ο ντρέντγουλφ.»

Κειτόταν στρεβλωμένος σε παράξενες γωνίες και ο Χούμα παρατήρησε ότι το ένα του πλευρό είχε ξεσκιστεί. Και –πράγμα ακόμη πιο παράξενο– ήταν απολιθωμένος. Έσκυψε και βεβαιώθηκε. Ήταν σάμπως να άγγιζε βράχο.

Τα τυφλά μάτια έμοιαζαν να τον κοιτάζουν ακόμα. Ο Χούμα στράφηκε στον Μάτζιους για εξηγήσεις.

«Υπήρχαν άλλοι τρεις, αλλά χάθηκαν στο δάσος. Με κάποιον τρόπο, έστω και τσακισμένο και ξεσκισμένο, αυτός εδώ κατάφερε να φτάσει μέχρι τον αγρό, όπου αυτό» ο Μάτζιους έδειξε το χωμάτινο στοιχειακό «τον αποτέλειωσε. Η ζημιά έγινε. Ο Γκάλαν Ντράκος ξέρει πού είμαι – και μάλλον ξέρει ότι είστε κι εσείς εδώ. Δεν έχω καμία επιλογή.»

Ο Χούμα τον άκουγε μη ξέροντας πού ήθελε να καταλήξει.

«Έλα μαζί μου.» Γύρισαν στο δωμάτιο που βρίσκονταν προηγουμένως και ο Μάτζιους πλησίασε τον τοίχο όπου κρεμόταν ένας μεγάλος καθρέφτης με χρυσό κάδρο. Ήταν οβάλ και διακοσμημένος με περίπλοκους μαιάνδρους. Ο Μάτζιους χτύπησε το ραβδί στο πάτωμα και είπε «Δείξε μου.»

«Να, η κορυφή στο κέντρο.» Ένα πελώριο βουνό εμφανίστηκε σε πρώτο πλάνο. Ο Χούμα το αναγνώρισε γρήγορα. Ήταν το ίδιο βουνό που εικονιζόταν ανάγλυφα στο ένα από τα δύο μεγάλα υφαντά. «Όταν πέρασα τη Δοκιμασία στο κάστρο, το είδα – το βουνό. Το θυμόμουν καλά, γιατί ήταν ο τελευταίος τόπος που μου είχε παρουσιαστεί. Δεν ήξερα ότι ήταν αληθινό, μέχρι που βρήκα αυτό το μέρος και το υφαντό στον προθάλαμο. Όταν το είδα κρεμασμένο στον τοίχο, κατάλαβα ότι αυτά που είχα δει κατά τη Δοκιμασία ήταν πιο αληθινά απ’ όσο φαντάζονταν οι δάσκαλοί μου. Αυτό το βουνό έχει κάποια σημασία για τον πόλεμο. Κάτι κρύβει. Είναι ο μοναδικός γρίφος που δεν μπορώ να λύσω. Δεν ξέρω ούτε καν την ακριβή του θέση, αλλά είναι στα δυτικά – στα νοτιοδυτικά ίσως.»

Γύρισε στον Χούμα και του έτεινε τα όπλα του, αν και το χέρι του ήταν άδειο ένα μόλις δευτερόλεπτο νωρίτερα. «Και ο μινώταυρος πήρε πίσω τα όπλα του. Το στοιχειακό θα σας οδηγήσει μέσα από υπόγεια περάσματα στα άλογα που έχω για έκτακτες ανάγκες.»

Ο Μάτζιους έκανε μεταβολή και κοίταξε τον καθρέφτη. «Δείξε μου!»

Το βουνό εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε μια εικόνα του κάστρου, περικυκλωμένου. Ένας πελώριος μαύρος δράκος με έναν αναβάτη. Κι άλλοι δράκοι –κόκκινοι– εκεί κοντά.

«Μα τα φεγγάρια του Κριν!» Ο Μάτζιους χαμογέλασε πικρά. «Αξίζω την προσοχή του ίδιου του Κράινους;»

«Του Κράινους!»

Ο μάγος κοίταξε τον Χούμα, μα το πικρό του χαμόγελο έγινε πιο έντονο.

«Α, ναι, έχετε συναντηθεί εσείς οι δυο. Αν είχα χρόνο, θα σου έλεγα πολλά σημαντικά για τον ίδιο και τη Μαύρη Φρουρά. Όπως έχουν τα πράγματα όμως…» Το κάστρο τραντάχτηκε ξανά και το ταβάνι άρχισε να γκρεμίζεται.

«Άριον!» Ο ομιχλώδης υπηρέτης εμφανίστηκε μπροστά στο βιαστικό αφέντη του. «Πήγαινέ τους στους στάβλους! Γρήγορα!»

«Αφέεεντηηη.»

«Μάτζιους, άσε με να σε βοηθήσω.»

«Να με βοηθήσεις;» Ο μάγος χαμογέλασε. «Κάποτε στεκόμουν στο πλευρό του Γκάλαν Ντράκος. Ανάμεσα στους μάγους του, ήμουν ο δεύτερος μετά από εκείνον. Ούτε οι δράκοι δεν μπορούν να με σταματήσουν.»

Μια ισχυρή ριπή ανέμου έσπρωξε τον Χούμα στην πύλη, ενώ αναρωτιόταν πόσο ειλικρινής ήταν ο Μάτζιους. Όχι μόνο σχετικά με τις ικανότητές του αλλά και σχετικά με τους λόγους του. Θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια;

«Χούμα!»

«Καζ!»

Ο μινώταυρος ήρθε ορμητικά από το σκοτεινό διάδρομο, αγνοώντας τον κίνδυνο. Πιστός στο λόγο του, ο Μάτζιους τού είχε επιστρέψει τα όπλα του και μαζί τους και το πολεμικό τσεκούρι.

Τα πρώτα λόγια του πελώριου πολεμιστή ήταν τα αναμενόμενα. «Τι τρέλα μάς ξαμόλησε πάλι;»

«Μόνο τον πολέμαρχο, έξι δράκους – κι ο Πάλανταϊν ξέρει τι άλλο.»

Έπεσαν κι άλλες πέτρες.

Ο Καζ σήκωσε το τσεκούρι πάνω από το κεφάλι του. «Μα τους προγόνους μου τριάντα γενιές πίσω, δε θα κάτσω να με λιώσουν οι πέτρες!»

«Ανόητοιοιοι: Ακολουθήστεεε!»

«Αυτό το πράγμα…»

«…είναι ο οδηγός μας για να φύγουμε αποδώ. Φτάνουν τα λόγια!»

Έτρεξαν πίσω από το στοιχειακό του αέρα, που πλέον φαινόταν να διαθέτει εκπληκτική ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή έλαμπε με μια αμυδρή ασημένια φεγγοβολή, για να μην μπορούν να το χάσουν μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους.

Ο στάβλος αποδείχτηκε ότι έμοιαζε περισσότερο με αεριζόμενη σπηλιά. Υπήρχαν μισή ντουζίνα άλογα σε διάφορα μεγέθη, αλλά όλα μυώδη και γυαλιστερά. Όσο διάλεγαν οι σύντροφοί τα υποζύγιά τους, το στοιχειακό εξαφανίστηκε.