«Πού είμαστε;» ρώτησε ο Καζ.
Ο Χούμα πήδησε στη ράχη του αλόγου που είχε διαλέξει –μια ψηλή φοράδα με ασημένιο τρίχωμα– και κοίταξε την είσοδο της σπηλιάς. «Δυτικά του άλσους, νομίζω. Ο διάδρομος περνούσε από κάτω του.»
«Ωραία. Άλλη μια μικρή δυσκολία στην μπάντα.» Ο μινώταυρος ανέβηκε στο δικό του ζώο, ένα άλογο ψηλό τουλάχιστον όσο και ο ίδιος.
Ένα καινούριο τράνταγμα έσεισε τη σπηλιά. Ο Χούμα λευτέρωσε τα υπόλοιπα ζώα. Δεν ήθελε να πεθάνουν αν κατέρρεε το σπήλαιο.
«Γιααα!» τα άλογα ήταν γοργά και για δέκα λεπτά ο Χούμα και ο Καζ κάλπαζαν χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω τους.
Πίσω τους άκουγαν τις κραυγές των δράκων που διέλυαν την άμυνα του κάστρου και του αφέντη του.
Τι νόημα έχει να δώσεις μια μάχη που δεν μπορείς να κερδίσεις; Κι όμως ο Χούμα ήξερε ότι η επόμενη μάχη θα ήταν δική του.
Βγήκαν σ’ ένα ξέφωτο και τότε ο Χούμα τόλμησε να κοιτάξει πίσω του. «Καβαλάρηδες!»
Ήταν τουλάχιστον είκοσι, φιγούρες με εβένινες πανοπλίες πάνω σε κατάμαυρα άλογα, σαν πλάσματα της Αβύσσου. Η Μαύρη Φρουρά. Το χέρι του Χούμα πήγε στο σπαθί του για να σιγουρευτεί πως ήταν στη θέση του.
Κάτι ξεπρόβαλε πίσω από τους ιππείς. Ωχρά, κυνόμορφα πλάσματα με τυφλά, κόκκινα μάτια. Έξι, επτά ίσως. Ντρέντγουλφ.
Ξαφνικά, η γη μπροστά από τους μαύρους ιππείς άνοιξε με μια τρομερή έκρηξη. Ένας ιππέας κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία του κι άλλοι δύο μπόρεσαν να αποφύγουν την έκρηξη, αλλά οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν πίσω από το πελώριο βουνό που ο Χούμα αναγνώρισε σαν το στοιχειακό της γης. Πόντος υπέρ του Μάτζιους, σκέφτηκε ο Χούμα. Ο μάγος είχε στείλει έναν από τους πιο πιστούς του υπηρέτες να βοηθήσει τον παλιό του φίλο.
Η προειδοποίηση ήταν αρκετή για τους ντρέντγουλφ, οι οποίοι απέφυγαν το χαλασμό – αν και ένας τους έπεσε θύμα ενός αλόγου που έχασε την ισορροπία του. Οι υπόλοιποι συνέχισαν το κυνήγι.
Ένα κλαδί δέντρου χτύπησε τον Χούμα στο μπράτσο, ο οποίος γύρισε την τελευταία στιγμή, αποφεύγοντας ένα άλλο, χαμηλό κλαδί. Ο Καζ κάλπασε λίγο ακόμα στα δεξιά, υποφέροντας από το μεγάλο του μέγεθος. Τα κέρατα του κεφαλιού του μπερδεύονταν συνεχώς επικίνδυνα. Ωστόσο ο Καζ συνέχισε βλοσυρός.
Ο Χούμα κοίταζε πίσω του κάθε φορά που του το επέτρεπε το έδαφος, αλλά έβλεπε πάντα το ίδιο θέαμα. Οι ντρέντγουλφ τουλάχιστον προχωρούσαν με σταθερό βήμα και δεν έδειχναν να κουράζονται. Μόνο έξι από τους μαύρους καβαλάρηδες είχαν καταφέρει να ανασυνταχθούν και να τους ακολουθήσουν.
«Δεν μπορούμε…» ένα κλαδί χτύπησε τον Καζ στο πρόσωπο τη στιγμή που πήγαινε να μιλήσει. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Θα σκάσουν τ’ άλογα.»
Ο Χούμα συμφώνησε. Τα ζώα πιέζονταν σε εξοντωτικό ρυθμό. Ο Χούμα πήρε μια δύσκολη απόφαση.
«Θα χωριστούμε! Τράβα βόρεια!» Χρειάστηκε να δείξει για να τον καταλάβει ο άλλος. Ο Καζ σκυθρώπιασε, αλλά συμφώνησε. Ο Χούμα ήταν σαν να του έλεγε ότι ο ίδιος θα πήγαινε νότια. Μη έχοντας δικό του σχέδιο, ο μινώταυρος υπάκουσε.
Μόλις έδωσε ο Χούμα το σύνθημα, ο Καζ έστρεψε απότομα το άλογό του δεξιά. Το ζώο αναγκάστηκε να στρίψει γύρω από ένα δέντρο και ο μινώταυρος κόντεψε να χάσει το χέρι του. Ο Χούμα τον είδε να χάνεται και ύστερα τράβηξε κι αυτός τα γκέμια του αλόγου του.
Το ζώο βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Έκοψε ταχύτητα το συντομότερο δυνατό, σκοντάφτοντας κάμποσες φορές στους θάμνους. Ο Χούμα δεν το περίμενε να σταματήσει πριν πηδήσει από τη σέλα. Προσγειώθηκε με τα πόδια κι άρχισε να τρέχει προς το καταφύγιο των δέντρων.
Οι ντρέντγουλφ πλησίαζαν γοργά και ο Χούμα δεν προλάβαινε να ετοιμαστεί. Ανάμεσα στα διάφορα αντικείμενα της σπηλιάς-στάβλου είχε βρει και μια μικρή ξύλινη ασπίδα και την είχε περάσει στο ελεύθερο χέρι του. Το βαρύ σπαθί του βγήκε με μια απαλή, αθόρυβη κίνηση. Ευχήθηκε να κυνηγούσαν πρώτα το άλογο οι ντρέντγουλφ. Μόνο έτσι θα είχε κάποια ελπίδα.
Ήταν αποφασισμένος να τους καθυστερήσει για να δώσει μια ευκαιρία στον Καζ. Ο Χούμα καταλάβαινε ότι αυτό θα του στοίχιζε μάλλον τη ζωή, αλλά δεν έβλεπε να γλιτώνει κανείς από τους δυο τους αν δεν έμενε πίσω ο άλλος. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ζητήσει ούτε καν από τον Καζ.
Καρφωμένο με εμμονή στο στόχο του, το φρικτό πλάσμα έτρεχε πίσω από το αδέσποτο άλογο, που τώρα έβλεπε τα δύσκολα και είχε αρχίσει ξανά να καλπάζει. Δε θα πήγαινε μακριά – και ο Χούμα αισθανόταν αηδία που έπρεπε να θυσιάσει με τέτοιο τρόπο το ζώο.
Άλλοι δυο ντρέντγουλφ πέρασαν τρέχοντας. Τους ακολούθησε ακόμα ένας. Υπήρχαν τουλάχιστον άλλοι δυο. Ο Χούμα ηρέμησε και προσπάθησε να διατηρήσει την υπομονή του.
Κι άλλος. Κι άλλος. Όταν φάνηκε πως δεν υπήρχε κανείς άλλος, ο Χούμα τόλμησε να κρυφοκοιτάξει πίσω από τον κορμό. Αυτό αποδείχτηκε λάθος του, γιατί τότε φάνηκε ο πρώτος ιππέας – και τον είδε με την πρώτη.