Οι δύο τελευταίοι φρουροί ήταν νεκροί και τα όπλα τους πεταμένα μακριά. Το αίμα χυνόταν στη γη. Ολόγυρα, οι πέντε ντρέντγουλφ κείτονταν κομματιασμένοι.
Ξαφνικά τον νίκησε η εξάντληση. Έπεσε στα γόνατα και για κάμποση ώρα μετά απόμεινε να κοιτάζει το έργο του.
Κεφαλαίο 11
Πόση ώρα πέρασε μέχρι να νιώσει τον πόνο, μόνο να υποθέσει μπορούσε. Τελικά είχε απομακρυνθεί από τον τρομερό τόπο, τόσο για να κατευνάσει την αηδία που ένιωθε για τον εαυτό του, που όλο και μεγάλωνε, όσο και για να ξεφύγει και από τυχόν άλλους διώκτες. Ήξερε αμυδρά ότι υπήρχαν και άλλοι, γιατί, αν μη τι άλλο, ο Ντράκος και ο Κράινους ήταν αποφασισμένοι να φτάσουν μέχρις εσχάτων. Και ο Χούμα υπολόγιζε ότι τουλάχιστον ο Κράινους θα ενδιαφερόταν να ξέρει που βρίσκεται.
Ο πόνος δυνάμωσε. Ο Χούμα χαμήλωσε μουδιασμένα το βλέμμα στις πληγές που είχε δεχτεί από τους εχθρούς του. Η πανοπλία του ήταν χτυπημένη και σκισμένη. Το αλυσιδωτό της πλέγμα ήταν σχεδόν άχρηστο. Ένα μέρος του μυαλού του αναρωτήθηκε πότε είχε γίνει αυτή η ζημιά. Δε θυμόταν τίποτα από τη μάχη, εκτός από το ότι τρυπούσε με το σπαθί του ό,τι κινιόταν.
Βρήκε ένα ρυάκι και ξέπλυνε τις πληγές του όσο καλύτερα μπορούσε. Το δροσερό νερό δεν ανακούφισε μόνο το κορμί αλλά και το μυαλό του.
Όταν ένιωσε ήρεμος και καθαρός, αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του. Πήγαινε νοτιοδυτικά και θυμόταν ότι ο Μάτζιους αυτό το δρόμο τους είχε συστήσει. Αυτή η σκέψη του έφερε στο νου τον Καζ, και ο ιππότης ένιωσε ενοχή που είχε εγκαταλείψει το μοναδικό του φίλο. Άραγε βρισκόταν σε ασφαλές μέρος ο μινώταυρος;
Μια τεράστια φιγούρα κούνησε τα κλαδιά των δέντρων σηκώνοντας έναν τρομερό άνεμο. Ο Χούμα κόλλησε αυτόματα σ’ έναν κορμό και σήκωσε τα μάτια. Είδε φευγαλέα μια φαρδιά, δερμάτινη φτερούγα, αλλά χάθηκε σχεδόν αμέσως και δεν μπόρεσε να διακρίνει το χρώμα της. Ό,τι λογής δράκος κι αν ήταν, δεν επέστρεψε.
Η μέρα πέρασε πριν να το καταλάβει καλά-καλά. Η πείνα τράβηξε επιτακτικά την προσοχή του και άρχισε να ψαχουλεύει το σάκο της σέλας που είχε πάρει από ένα άλογο. Φαίνεται πως ο Μαύρος Φρουρός δεν είχε πολλά προσωπικά πράγματα μαζί του. Στον πάτο βρήκε αυτό που έψαχνε. Τριών ημερών τροφή.
Την επόμενη στιγμή –και παρά την πείνα του– βρέθηκε να τη φτύνει με μανία. Άλλο ένα μάθημα σχετικά με τους αντιπάλους του – το γούστο τους στο φαγητό, ακόμα και στις άνοστες μερίδες του στρατού, ήταν ανεκδιήγητο. Ο Χούμα κατάλαβε ότι, αν έτρωγε αυτά τα πράγματα, πιο πολύ κακό θα έκανε στον εαυτό του παρά καλό. Στην κατάσταση που βρισκόταν, το στομάχι του δε θα άντεχε να τα κρατήσει.
Τελικά κατάφερε να βρει τροφή από τα αυγά των πουλιών και τα βατόμουρα του δάσους. Δεν ήταν πολύ χορταστικά, αλλά του ικανοποίησαν την πείνα. Η αναζήτηση της τροφής τού έμαθε και κάτι άλλο: στους περισσότερους θάμνους δεν είχαν αφήσει ούτε έναν καρπό. Και πρόσφατα μάλιστα. Ήταν πολύ μεθοδική για να είναι δουλειά ζώων. Άλλωστε, εκτός από πουλιά, ο Χούμα δεν είχε δει άλλα δασόβια πλάσματα. Αν έμενε πολύ σε εκείνη την περιοχή, θα λιμοκτονούσε. Ακόμα και το ρυάκι φαινόταν στερεμένο.
Για τρεις ημέρες ακολουθούσε το ρεύμα. Την τρίτη μέρα το πρόσωπο που είδε να τον κοιτάζει από το νερό τον έκανε να χαμογελάσει με αυτοσαρκασμό. Το είδωλο του ιππότη ήταν αχτένιστο, με το μουστάκι του να απλώνεται σε εκατό διαφορετικές κατευθύνσεις, με την πανοπλία του τσακισμένη και σκισμένη, γεμάτη αίματα και χώματα. Προσπάθησε συνειδητά να καθαρίσει κάπως τη βρόμα από το σύμβολο του Τάγματος του Στέμματος. Είδε το πρόσωπό του να χάνεται και στη θέση του να εμφανίζεται το πρόσωπο του Μπένετ. Ο γιος του Τρέικ ήταν, φυσικά, άψογος. Ο θώρακας της πανοπλίας του γυάλιζε. Το περήφανο μουστάκι του ήταν πυκνό και περιποιημένο. Ένας αληθινός ιππότης.
Ένα άλλο πρόσωπο φάνηκε δίπλα στον Μπένετ. Ετούτος δεν ήταν Ιππότης της Σολάμνια, αλλά είχε πρόσωπο σαν αρκούδα –με ξένη πανοπλία. Γρύλιζε.
Αν δεν τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή, ο αρκουδάνθρωπος δε θα πίστευε ποτέ ότι μπορούσε κάποιος να κινηθεί τόσο γρήγορα. Κατά κάποιον τρόπο, η τσακισμένη από τη μάχη φιγούρα που έσκυβε πάνω από το ρυάκι τράβηξε μια σπάθα –από το πουθενά, θα έλεγες– και ο κακομοίρης ο ξένος ίσα που πρόλαβε να αποφύγει τη σπαθιά – και αυτό χάρη στην άβολη γωνία του άλλου και μόνο.
Ο Χούμα δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει αμέσως τον άνθρωπο που είχε προσπαθήσει να συρθεί πίσω του. Φορούσε μια πανοπλία από ετερόκλητα κομμάτια, άλλα φτιαγμένα από ογκρ και άλλα εξαρτήματα πανοπλίας της Σολάμνια. Ο Χούμα θα τον είχε αφήσει ήσυχο, αλλά αναρωτιόταν μήπως είχε μπροστά του κανένα ληστή, κάποιον που δε θα δίσταζε να κλέψει και πεθαμένο.