Выбрать главу

Ο πρώην αντίπαλός του έβγαλε ξαφνικά μια κραυγή, γύρισε και το ’βαλε στα πόδια με εκπληκτική ταχύτητα για κάποιον με το δικό του σουλούπι. Ο Χούμα τον έστρωσε στο κυνήγι.

Η εξάντλησή του τον ανάγκασε να κόψει το βήμα του. Και πάλι όμως ο Χούμα άρχισε να τον πλησιάζει, όταν ο άγνωστος έστριψε πίσω από ένα λοφάκι. Ο Χούμα τον πήρε στο κατόπι…

…και ξαφνικά πισωπάτησε, βλέποντας μισή ντουζίνα ιππείς και πολύ περισσότερους πεζούς να γυρίζουν και να κοιτάζουν κατάπληκτοι τους δυο νεοφερμένους.

Ένας ψηλός άντρας με μαύρα και ασημένια μαλλιά και περιποιημένη, μαύρη γενειάδα γάβγισε μια διαταγή. Ο Χούμα δεν ξεχώρισε ακριβώς τις λέξεις, αλλά κατάλαβε πως είχαν σχέση με τον ίδιο.

Η τύχη του τον εγκατέλειψε όμως, γιατί το δάσος ήταν αραιό σ’ εκείνο το σημείο και οι ιππείς ήξεραν καλά τον τόπο, αν έκρινε κανείς από τους γεμάτους σιγουριά ελιγμούς τους. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να τους ξεφύγει, οι ιππότης γύρισε και πάτησε γερά στη γη. Από όσο μπορούσε να δει, δεν ήταν οι ανθρώπινες δυνάμεις της δρακοβασίλισσας, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν ήταν εχθροί ή φίλοι.

Οι πρώτοι άντρες κάλπασαν καταπάνω του. Ήταν καλοί ιππείς, αλλά κατάφερε να τους κρατήσει σε απόσταση με το σπαθί του. Όταν ήρθε και τρίτος ιππέας ακολουθούμενος από πεζούς, πιέστηκε πολύ, σε σημείο να βρεθεί παγιδευμένος σε έναν όλο και μικρότερο κύκλο. Κανείς στρατιώτης όμως δεν του επιτέθηκε. Κανείς δεν ήθελε να τα βάλει με την αστραφτερή λεπίδα του.

«Κάτω τα όπλα! Είναι διαταγή!»

Ήρθαν και οι άλλοι ιππείς. Ο άντρας που είχε φωνάξει σπιρούνισε το άλογό του και πλησίασε τον κύκλο. Οι στρατιώτες του έκαναν τόπο. Πήγε κοντά στον Χούμα και τον κοίταξε εξεταστικά. Ο διοικητής ήταν ένας άντρας με έντονα χαρακτηριστικά, αν και το πρόσωπό του ήταν χαρακωμένο από τις ευθύνες της ηγεσίας. Όπως πολλοί από τους Ιππότες της Σολάμνια, είχε τα μάλλον γερακίσια χαρακτηριστικά που πρόδιδαν αρχαίο αίμα του Έργκοθ – αίμα βασιλικό. Το πρόσωπό του όμως δεν ήταν τόσο αυστηρό όσο του Μεγάλου Μάγιστρου ή του Μπένετ. Το αμυδρό χαμόγελο που διακρινόταν πάνω του δε θα είχε καμία θέση στα πρόσωπα αυτών των δύο ιπποτών.

«Ένας Ιππότης της Σολάμνια; Λιγάκι μακριά από το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ δε βρίσκεσαι, Ιππότη του Στέμματος;»

Ο Χούμα κοκκίνισε για τη σκέψη του άλλου. Δεν έδινε καμία σπουδαία εικόνα ιπποσύνης. Προσπάθησε να μαζέψει την αξιοπρέπειά του. «Είμαι μονάχος μέρες τώρα» απάντησε. «Πολέμησα με τέρατα και πολεμιστές. Ο δρόμος μου δεν ήταν ολότελα δική μου επιλογή.»

Δεν τους εμπιστευόταν ακόμη αρκετά για να τους μιλήσει και για τα άλλα.

«Καταλαβαίνω.» Ο διοικητής μετατοπίστηκε στη σέλα του. «Είμαι ο Άρχοντας Γκάι Έιβοντεϊλ από το Νταρέντι, κομμάτι νοτιότερα απ’ όσο θα μου άρεσε προς το παρόν. Ποιος είσαι και τι κάνεις στη μέση του Έργκοθ; Κατάφεραν, επιτέλους, να ανοίξουν δρόμο οι κάτοικοι της Σολάμνια;»

«Είμαι ο Χούμα, Ιππότης της Σολάμνια, υπερασπιστής του Τάγματος του Στέμματος. Η Μαύρη Φρουρά με ανάγκασε να πάρω αυτό το δρόμο, όταν οι πιστοί της δρακοβασίλισσας τσάκισαν τις γραμμές μας.» Θα μπορούσε να είχε πει ψέματα για να τους δώσει ελπίδες, αλλά προτίμησε να μην το κάνει.

Το πρόσωπο του Έιβοντεϊλ έγινε άσπρο. Οι στρατιώτες άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους.

«Κατάλαβα σωστά; Οι ιππότες τσακίστηκαν;»

«Όχι, Άρχοντα Έιβοντεϊλ. Οι γραμμές μας τσακίστηκαν, αλλά εμείς μπορέσαμε να ανασυνταχθούμε πιο πίσω. Εγώ, δυστυχώς, αναγκάστηκα να πάρω την αντίθετη κατεύθυνση. Το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ στέκεται πάντα στη θέση του – και θα συνεχίσει να στέκεται εκεί.»

Ο άλλος τού χάρισε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. «Εμείς στο Έργκοθ ξέρουμε καλά τη δύναμη των ιπποτών, κι ας μην είχε σπουδαία αποτελέσματα. Χαίρομαι όμως που ακούω ότι οι ιππότες δεν ηττήθηκαν ολοσχερώς.»

Ένας άλλος ιππέας ήρθε πιο κοντά – και ο Χούμα στράφηκε απότομα προς το μέρος του, προκαλώντας τον με τη λεπίδα του να τολμήσει. Ο Έιβοντεϊλ σήκωσε το χέρι για να τους ησυχάσει.

«Θέλω να σε ρωτήσω πολλά, αλλά μου φαίνεσαι εντελώς εξαντλημένος. Εσύ» διέταξε τον ιππέα που είχε πλησιάσει «δώσ’ του το άλογό σου για λίγο.»

«Μάλιστα, άρχοντά μου.»

Ο Χούμα κοίταξε μια το άλογο που του πρόσφεραν και μια τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ – και ξανά το άλογο. Ο ευγενής κατάλαβε τι σκεφτόταν ο νεαρός και συνοφρυώθηκε.

«Δεν είναι παγίδα, Χούμα. Είμαστε το ίδιο εχθροί της δρακοβασίλισσας με σένα. Οι διαφορές του παρελθόντος ας μείνουν εκεί που πρέπει, στο παρελθόν.»

«Το ίδιο επιθυμώ κι εγώ, Άρχοντα Έιβοντεϊλ.» Ο Χούμα ανέβηκε στον κέλητα βογκώντας με ανακούφιση.

«Ωραία. Όταν γυρίσουμε στο στρατόπεδο, θα φροντίσω να σου δώσουν φαγητό. Ύστερα μπορείς είτε να ξεκουραστείς είτε να έρθεις αμέσως να με δεις.»