Выбрать главу

Μια σκέψη ήρθε στο μυαλό του Χούμα. «Άρχοντά μου, άκουσες τίποτα φήμες για ένα μοναχικό μινώταυρο που τριγυρίζει στην περιοχή;»

«Μινώταυρο;» Ο Έιβοντεϊλ κοίταξε μπερδεμένος τους υποδιοικητές του. Εκείνοι κούνησαν τα κεφάλια. «Μάλλον όχι. Αν υπάρχει κανένας, θα τον κανονίσουμε, μην ανησυχείς.»

Η φωνή του Χούμα ακούστηκε γεμάτη αγωνία. «Άρχοντά μου, αυτό είναι που δε θέλω! Ο μινώταυρος –καταλαβαίνω ότι αυτό θα δυσκολευτείς να το πιστέψεις– είναι σύμμαχος και δεν πρέπει να τον πειράξετε. Ονομάζεται Καζ.»

«Πραγματικά.» Ο Έιβοντεϊλ κοίταξε ξανά τον Χούμα εξεταστικά. Περισσότερη ώρα αυτή τη φορά. «Ποτέ μου δεν άκουσα τέτοιο πράγμα και ασφαλώς δεν περίμενα το ακούσω από το στόμα ενός Ιππότη της Σολάμνια. Ωστόσο θα κάνω αυτό που λες. Σου αρκεί αυτό;»

«Ναι, άρχοντά μου»

«Ωραία.» Ο Έιβοντεϊλ γύρισε στον υπασπιστή του. «Βάλε τη φάλαγγα σε μια τάξη. Εκείνον εκεί να τον κλειδώσεις μόλις φτάσουμε.» Ο ευγενής κοίταξε στα μάτια το νεαρό ιππότη. «Ο άντρας που κυνηγούσες ήταν λιποτάκτης. Σου είμαι ευγνώμων. Ανυπομονώ να μιλήσουμε.»

Οι ιππείς και οι πεζικάριοι μπήκαν ξανά στις γραμμές τους και με τη διαταγή του Άρχοντα Έιβοντεϊλ, άρχισαν να βαδίζουν κατά το Νότο. Αν και ο Χούμα θα προτιμούσε να συνεχίσει στα νοτιοδυτικά, είχε εμπιστοσύνη στον Έιβοντεϊλ.

Ξαφνικά τον κατέκλυσε ένα κύμα ναυτίας και παραλίγο να γλιστρήσει από τη σέλα.

«Θεοί!» τα σαγόνια του διοικητή ανοιγόκλειναν, αλλά δεν ήξερε τι να πει. «Ντέρεκ! Βοήθησέ τον να σταθεί! Δε θέλουμε να πέσει στις οπλές του αλόγου του.» Ο Έιβοντεϊλ κοίταξε καλύτερα τον Χούμα. «Θεοί!» επανέλαβε. «Είναι γεμάτος πληγές!»

Δεν υπήρχαν θεραπευτές της Μισακάλ στο στρατό. Ένα νέο κύμα λοιμού είχε χτυπήσει κοντά στην περιοχή του Κάεργκοθ –και οι εκεί ιερείς ήταν από τα πρώτα του θύματα. Ο Έιβοντεϊλ μουρμούρισε κάτι για την ακρίβεια του λοιμού, που συνήθως χτυπούσε εκεί που πονούσε περισσότερο. Μέχρι τότε το Κάεργκοθ ήταν άθικτο και είχε γίνει η κύρια πηγή ανεφοδιασμού των δυνάμεων του Έιβοντεϊλ. Ο Χούμα κοιμήθηκε μια ολόκληρη μέρα, γεγονός που ανησύχησε τον ευγενή, γιατί η υπερβολική κόπωση ήταν το πρώτο σημάδι του λοιμού. Τότε μόνο ηρέμησε ο Άρχοντας Γκάι, όταν ο Χούμα ξύπνησε γεμάτος ενέργεια και ευγνωμοσύνη. Όταν βεβαιώθηκε ότι ο νεαρός ιππότης ήταν και πάλι εντελώς καλά, ο Έιβοντεϊλ τού ζήτησε να πάει για μια σύντομη κουβέντα.

Ο διοικητής ήταν αξιοπρεπής άνθρωπος, παρά τα όσα είχε ακούσει ο Χούμα για το Έργκοθ από τους υψηλόβαθμους ιππότες. Επίσης, ο Έιβοντεϊλ ήταν και λαμπρό στρατηγικό μυαλό –και ας προτιμούσε να χρησίμευαν οι ικανότητές του στη βελτίωση των εκτάσεών του. Ο Αυτοκράτορας του Έργκοθ, ένα απρόσωπο πλάσμα ονόματι Μπέστελ Γ’, είχε διατάξει να διοικεί ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ το στρατό στο όνομά του. Ο άρχοντας, αν και πιστός υπηρέτης της πατρίδας του, πολύ θα ήθελε ο κύριος και αφέντης του να διέθετε μερικούς από τους καλογυμνασμένους και έμπειρους άντρες της βασιλικής φρουράς για την αντικατάσταση μέρους των ήδη αποδυναμωμένων σε μεγάλο βαθμό δυνάμεων του. Σαν τους προκατόχους του όμως, έτσι και ο Μπέστελ Γ’ ενδιαφερόταν μονάχα για το προσωπικό του συμφέρον. Πάντα υπήρχε κάποιος λόγος που τον εμπόδιζε να στέλνει την προσωπική του φρουρά μακρύτερα από τις πύλες της πρωτεύουσάς του.

Τα νέα της καταστροφής των ιπποτών το μόνο που έκαναν ήταν να προσθέσουν καινούριες έγνοιες στον Έιβοντεϊλ. «Ακόμη δυσκολεύομαι να το πιστέψω, αλλά ξέρω πως μου λες την αλήθεια, Χούμα. Προς το παρόν, δε βλέπω πώς θα μπορέσω να σε βοηθήσω να επιστρέψεις στους συντρόφους σου. Κατευθυνόμαστε στο Ντάλτιγκοθ με διαταγή του αυτοκράτορα και αποκεί το πιθανότερο είναι να πάμε βόρεια. Νιώθω σαν μαριονέτα που τραβάει μια πάνω και μια κάτω τους σπάγκους της ο κύριός της.»

Ο Χούμα καθόταν μόνος με το διοικητή στη σκηνή του τελευταίου, έχοντας καταφέρει να βγει για πρώτη φορά από τη δική του σκηνή. Του είχαν δώσει μια γερή πανοπλία του Έργκοθ, για την οποία ο Έιβοντεϊλ είχε παραδεχτεί πως προοριζόταν για το γιο του, πριν σκοτωθεί στην πρώτη του μάχη. Το γερό ατσάλινο πλέγμα ταίριαζε μια χαρά με τα απομεινάρια της πανοπλίας του Χούμα. Τελικά αποδείχτηκε ότι οι ζημιές της περικεφαλαίας και του θώρακά του μπορούσαν να επισκευαστούν. Ο Χούμα ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Αν και θαύμαζε την τέχνη των πανοπλιών του Έργκοθ, οι περισσότερες ήταν υπερβολικά επιδεικτικές – ακόμα και για τους αριστοκρατικότερους Ιππότες της Σολάμνια. Ο Έιβοντεϊλ τού είχε εκμυστηρευτεί ότι φορούσε την επίσημη πανοπλία του μόνο για να παρουσιαστεί στον αυτοκράτορα. Για τους κατώτερους αξιωματούχους, η πολεμική του πανοπλία έπρεπε να είναι αρκετή – κι ας θιγόταν ο εγωισμός τους.