Ο Χούμα τού είχε πει τα πάντα εκτός από την άτυχη προσωπική του αναζήτηση. «Υπάρχει τρόπος να μου δοθεί ελευθερία κίνησης στη χώρα σας;»
«Βρισκόμαστε σε πόλεμο, Χούμα. Πώς μπορώ να σου επιτρέψω να ταξιδεύεις ελεύθερα;»
Ο Χούμα ήπιε μια γουλιά από το κρασί που του είχε προσφέρει ο Έιβοντεϊλ. Το έβρισκε πολύ διασκεδαστικό ένας ευγενής να φέρεται με τέτοιο σεβασμό σ’ έναν κατώτερο Ιππότη της Σολάμνια. Όμως ο Ιππότης του Έργκοθ δεν ήταν κανένας ανόητος. Ήξερε ότι λίγοι θα επιζούσαν από τις περιπέτειες του Χούμα, για αυτό του φερόταν ανάλογα.
«Αν μπορώ να μιλήσω ελεύθερα…» Ο Χούμα έριξε μια ματιά στους φρουρούς απέξω.
Αναστέναξε και συνέχισε. «Λένε ότι στα νοτιοδυτικά βρίσκεται το κλειδί του τερματισμού αυτού του ατέλειωτου πολέμου. Κάπου στα βουνά.»
Ο Έιβοντεϊλ το σκέφτηκε. «Υπάρχει μια οροσειρά προς εκείνη την κατεύθυνση. Λίγοι πάνε εκεί. Λένε πως είναι καταφύγιο των δράκων του Σκότους και ίσως και άλλων όντων. Ίσως να υπάρχει όντως κάτι σημαντικό στην περιοχή.»
Για μια στιγμή ο Χούμα ένιωσε το ηθικό του να αναπτερώνεται. «Μπορείς να με συνοδέψεις;»
Ο διοικητής γέλασε. «Πολύ φοβάμαι ότι, αν κάνω κάτι τέτοιο, ο αυτοκράτορας θα μου πάρει το κεφάλι. Άλλωστε, το έδαφος είναι ακατάλληλο για το ιππικό. Περίπολοι ολόκληρες πήγαν σ’ αυτά τα βουνά και χάθηκαν. Οι μάγοι αρνούνται να πάνε εκεί και οι ιερείς προειδοποιούν τους πάντες να μείνουν μακριά. Μήπως αυτό σου δίνει κάποια ιδέα για το τι μου ζητάς;»
«Ναι, άρχοντά μου.» Ο Χούμα βούλιαξε στο σκαμνί του και ακούμπησε το κεφάλι στην παλάμη. Ξαφνικά η σκηνή είχε γίνει πολύ ζεστή.
«Είσαι εντάξει;»
«Ναι. Μια στιγμή, παρακαλώ.» Ο Χούμα σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Ο πυρετός έπεσε.
Ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ φάνηκε να ανησυχεί. «Θα έπρεπε ίσως να συνεχίσουμε αύριο την κουβέντα μας.»
«Καλύτερα, άρχοντά μου.»
«Καταλαβαίνω.» Ο άρχοντας έτριψε το πιγούνι του. «Έλα μαζί μου στο Κάεργκοθ και θα φροντίσω να μπορέσεις να πας στα βουνά μόνος σου, αν εξακολουθείς να το θέλεις.»
«Στο Κάεργκοθ;» Η θέρμη είχε θολώσει τα μάτια του Χούμα. Δυσκολεύτηκε να εστιάσει το βλέμμα του στο διοικητή.
«Ναι, στο Κάεργκοθ. Οι ιερείς θα μας οδηγήσουν μακριά από τις περιοχές που έχει χτυπήσει η πανούκλα. Τι λες;»
«Ευχαριστώ.» Ο Χούμα σηκώθηκε γοργά και το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει. Στην πραγματικότητα, δεν είχε ξαναβρεί τις δυνάμεις του. Ρούφηξε μια γουλιά κρασί κι ύστερα κοίταξε μέσα στο ποτήρι.
Πριν υποχρεωθούν να μπουν στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, οι περισσότεροι στρατιώτες του Άρχοντα Έιβοντεϊλ ήταν απλοί έμποροι και αγρότες. Έτσι το μόνο που ήξεραν για τους Ιππότες της Σολάμνια ήταν περίπου ό,τι έλεγαν οι θρύλοι. Τώρα ένας τέτοιος θρύλος ταξίδευε μαζί τους – και οι ιστορίες για τις περιπέτειές του, αληθινές και φανταστικές, έκαναν το γύρο του στρατοπέδου. Το ίδιο δέος με τους πολίτες του Έργκοθ ένιωθε και ο Χούμα, γιατί δε θεωρούσε τον εαυτό του θρύλο και τα απροκάλυπτα βλέμματα που δεχόταν τον έφερναν σε πολύ δύσκολη θέση.
Οι περισσότερες ιστορίες είχαν να κάνουν με την καταδίωξη και τη μανιασμένη αντίστασή του ενάντια στους σκοτεινούς δούλους του πολέμαρχου. Έλεγες πως είχε σκοτώσει ολόκληρη λεγεώνα από δαύτους και μαζί τους μια πολυπληθή αγέλη δαιμονικών ντρέντγουλφ, που πολύ τους φοβούνταν οι άντρες που γνώριζαν ότι οι οικογένειές τους ήταν ολότελα απροστάτευτες όταν έλειπαν οι ίδιοι. Ο Χούμα απορούσε που οι άνθρωποι του Έργκοθ, του τόπου απ’ όπου είχε ξεπηδήσει και η δική του ιπποσύνη, μπορούσαν να τον βλέπουν ως υπερασπιστή τους.
Ο Έιβοντεϊλ φαινόταν να διασκεδάζει με όλα αυτά. Όταν ο Χούμα διαμαρτυρήθηκε ότι οι ιστορίες άρχιζαν να ξεπερνούν τα όρια, εκείνος χαμογέλασε μονάχα και απάντησε ότι αυτή ήταν η πρόκληση που αντιμετώπιζε κάθε ζωντανός μύθος, να φανεί δηλαδή αντάξιος της φήμης του. «Τους χρειάζονται τους ήρωες. Τους δίνουν ελπίδα – την ελπίδα ότι με κάποιον τρόπο το σκοτάδι της Τακίσις θα νικηθεί κι εκείνοι θα μπορέσουν να γυρίσουν στους αγαπημένους τους.»
Πότε-πότε ερχόταν κανένας δράκος με νέα του πολέμου. Το Βόρειο Έργκοθ και το Ύλο είχαν κατακλυστεί από τον εχθρό. Ο Χούμα άρχισε να ανησυχεί. Αναρωτιόταν αν ο Καζ είχε συνεχίσει βόρεια ή μήπως είχε γυρίσει νότια για να τον αναζητήσει. Ακόμα κι αν είχε συμβεί το δεύτερο, ο μινώταυρος δε θα ήταν ευπρόσδεκτος σε καμία πόλη της περιοχής. Δεν ανησυχούσε όμως μόνο για τον Καζ. Ο σημαδεμένος από τις μάχες ανατολίτης θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην πεθάνει μονάχος.
Ο Χούμα ρώτησε αν υπήρχαν νέα από τη Σολάμνια, αλλά οι δράκοι που έρχονταν δεν ήξεραν τι είχε συμβεί εκεί. Υπήρχαν φήμες ότι οι ιππότες είχαν απωθηθεί μέχρι τα μέσα της απόστασης έως το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Για τα ανατολικά, τίποτα δεν επιβεβαιωνόταν.