Выбрать главу

Καταυλίστηκαν κοντά στα ερείπια μιας άλλοτε πλούσιας πόλης, δυο μέρες δρόμο από το Κάεργκοθ. Η πόλη είχε χαθεί από το λοιμό τον πρώτο καιρό του πολέμου και πολλοί πίστευαν ότι το καινούριο κύμα της επιδημίας είχε ξεκινήσει από αυτά τα χαλάσματα. Ο Έιβοντεϊλ είχε διαφορετική γνώμη.

«Θα θυμάσαι» είπε το ίδιο εκείνο βράδυ στον Χούμα «ότι χαρακτήρισα πολύ ακριβή το λοιμό.»

«Το θυμάμαι.»

Ο άρχοντας έπαιξε ταμπούρλο με τα δάχτυλα στο τραπέζι της σκηνής του. «Το πιστεύω επειδή κατευθύνεται από τη βούληση ανθρώπινων παραγόντων.»

Ο Χούμα δεν ήθελε να πιστέψει ότι θα σκόρπιζε κάποιος το λοιμό με τη θέλησή του, αλλά ήξερε λίγα πράγματα για τη λατρεία του Μόρτζιον. Οι φήμες έλεγαν πως είχαν πράκτορες σε όλες τις κοινωνίες, όλους τους οργανισμούς, όλες τις χώρες και περίμεναν το σύνθημα για να εξαπολύσουν τα φονικά δώρα του θεού τους.

«Δε γίνεται να κάνεις λάθος;» Ο Χούμα θα προτιμούσε να μην ήταν έτσι τα πράγματα.

«Μπορεί.»

Ο Χούμα δε βρισκόταν πια σε περιορισμό μέσα στο στρατόπεδο. Ο Έιβοντεϊλ είχε επιβάλει αυτό τον περιορισμό την πρώτη μέρα, αλλά μόλις βεβαιώθηκε πως ο Χούμα δε θα έκανε καμιά ανοησία, όπως, για παράδειγμα, να φύγει με το άλογο χωρίς βοήθεια, τον ελευθέρωσε. Κι έτσι ο Χούμα βρέθηκε να περιπλανιέται πέρα από τον καταυλισμό, προχωρώντας προς τα πλησιέστερα ερείπια. Τα ερείπια τον ενοχλούσαν, όπως και οτιδήποτε είχε σχέση με το λοιμό, αλλά ήξερε ότι ύστερα από τόσο καιρό δε θα υπήρχαν πια ίχνη της αρρώστιας.

Ο Χούμα δεν είχε σκοπό να μπει στα απομεινάρια της άτυχης πόλης – μέχρι που το μάτι του έπιασε μια σκιά με τέσσερα πόδια που χάθηκε σύντομα μέσα στο λαβύρινθο των ετοιμόρροπων κτισμάτων. Θα μπορούσε να είναι ένας κοινός λύκος ή ίσως κάποιο άγριο σκυλί.

Τραβώντας το σπαθί του, πήρε στο κατόπι τη σκιά. Δεν πρόσεξε πόσο βαθιά είχε χωθεί στα ερείπια, παρά μόνο όταν άκουσε κάτι να στριφογυρίζει στα ερημικά χαλάσματα. Δεν ήταν ο ήχος που θα περίμενε από ένα τετράποδο πλάσμα. Η εκπαίδευσή του, η εμπειρία του τον πληροφόρησαν ότι ο καινούριος εισβολέας βάδιζε σε δύο πόδια.

Ο Χούμα προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σχήμα μέσα στο σκοτάδι. Είδε την αμυδρή φεγγοβολή δυο άλικων ματιών που χάθηκαν μέσα σ’ ένα από τα κτίρια. Ο ιππότης έκανε ένα βήμα προς τα εκεί.

Στο σπίτι, στ’ αριστερά του, άκουσε κάτι να σαλεύει. Στράφηκε προς τα εκεί, αλλά δεν είδε τίποτε άλλο παρά ακόμα πιο πυκνό σκοτάδι.

Μια βαριά, άμορφη μάζα έπεσε πάνω του, ερχόμενη γοργά από πίσω. Εκείνος γύρισε απότομα και ανταμείφθηκε από μια κραυγή πόνου που άφησε η μορφή πριν διαλυθεί κυριολεκτικά μέσα στη νύχτα. Ο Χούμα έτρεξε ξοπίσω της με το σπαθί τεντωμένο.

Δεν μπορεί να είχε πάει αλλού, παρά να είχε διαβεί την ξεχαρβαλωμένη πόρτα που υπήρχε μπροστά του. Ο Χούμα άνοιξε τα απομεινάρια της με μια κλοτσιά και βούτηξε μέσα.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Έλεγξε και τα υπόλοιπα δωμάτια του μικρού σπιτιού. Κι αυτά δεν είχαν άλλους κατοίκους εκτός από τα συνηθισμένα ζωύφια. Ο στόχος του είχε εξαφανιστεί. Θυμωμένος, έκανε μερικά βήματα προς το πίσω μέρος του σπιτιού, σηκώνοντας σκόνη. Πίσω από το κτίριο δεν είδε τίποτε άλλο παρά περισσότερα χαλάσματα. Αν αυτό που έψαχνε δεν είχε ξαπλώσει μπρούμυτα, πίσω από καμιά κοτρόνα, τότε θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Εκεί έξω δεν υπήρχαν μέρη να κρυφτεί κανείς.

Η σκόνη που αιωρούνταν έκανε τον Χούμα να βήξει δυνατά. Ξαφνικά ένιωσε αδυναμία και ναυτία – και το περπάτημα και μόνο αποδεικνυόταν πολύ κοπιαστικό, χώρια που είχε να κουβαλάει και το σπαθί του. Πέταξε τη λεπίδα καταγής, εκνευρισμένος, σηκώνοντας ακόμα περισσότερη ενοχλητική σκόνη. Πλέον παραπατούσε. Η σκόνη σαν να υπήρχε παντού και του έκλεινε τα μάτια, τη μύτη, τα αυτιά και το λαρύγγι. Έφτασε μέχρι την πόρτα και σωριάστηκε σε καθιστή στάση, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα τον άδειο δρόμο. Και αυτό ακόμα τον κούραζε – και αποφάσισε ότι ένας υπνάκος θα ήταν ό,τι έπρεπε. Ο ιππότης έκλεισε τα μάτια και σύντομα ροχάλιζε.

Σκοτεινές φιγούρες τυλιγμένες με μακριούς, φαρδιούς μανδύες και κουκούλες σχημάτισαν σκιές ολόγυρά του. Κάτω από τις κατεβασμένες κουκούλες, τα πρόσωπά τους ήταν αόρατα – και μόνο μία άφηνε να φανούν τα χέρια της. Αυτή η μορφή έβγαλε ένα φιαλίδιο από τη ζώνη της και το ξεβούλωσε. Με λεπτότητα και προσοχή, άδειασε το περιεχόμενό του στο δάπεδο. Το περιεχόμενο του φιαλιδίου, μια κοκκινωπή σκόνη, αντέδρασε αμέσως με αυτό που ο Χούμα είχε νομίσει πως ήταν σκόνη αιώνων. Τα δυο στοιχεία σφύριξαν κι έβγαλαν ατμούς, εξουδετερώνοντας το ένα το άλλο μέχρι που δεν απόμεινε τίποτα εκτός από το φυσικό στρώμα της γκρίζας σκόνης που είχε μαζευτεί με τα χρόνια. Η κουκουλοφόρα μορφή σφράγισε ξανά το μπουκαλάκι και στράφηκε προς τον πεσμένο ιππότη. Κροτάλισε τα δάχτυλα και τέσσερις από τους συντρόφους της όρμησαν για να τον πιάσουν.