Μέσα σε ένα λεπτό το δωμάτιο ήταν άδειο. Αν κοίταζε κάποιος μέσα, δε θα έβλεπε κανένα ίχνος πρόσφατης παρουσίας. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος του ιππότη και κανένα ίχνος των σκιωδών διωκτών του.
Ένα κοροϊδευτικό «κουκουβάου» έσκισε το ζοφερό αέρα της πόλης των φαντασμάτων.
Κεφαλαίο 12
Συριστικές, ακατάληπτες φωνές ακούστηκαν σαν να διαφωνούσαν για κάτι. Ο νυσταγμένος ιππότης χρειάστηκε κάμποσα δευτερόλεπτα πριν να συνειδητοποιήσει ότι οι φωνές τσακώνονταν για τον ίδιο. Ευχήθηκε να μπορούσαν τα μάτια του να δουν ποιος νοιαζόταν τόσο πολύ για το καλό του.
Μια άλλη φωνή, κάπως γνωστή, μπήκε στη μέση γεμάτη θυμό. «Γιατί αργείτε;»
«Είναι σημαδεμένος»
«Και τι σημασία έχει αυτό, Σκουλάρις;»
Αυτός που λεγόταν Σκουλάρις διέκρινε μια προσβολή στην ερώτηση και απάντησε σφυρίζοντας. «Όταν ένας Ιππότης της Σολάμνια φέρνει τέτοιο σημάδι, κάτι δεν πάει καλά.»
Μια δεύτερη φωνή που έμοιαζε περισσότερο με κρώξιμο μεγάλου φρύνου μπήκε στην κουβέντα. «Δε θα καταλάβει, Νυχταφέντη! Αυτός που κείτεται στη γη είναι περισσότερο δικός μας από αυτόν.»
Εκείνος που είχε μιλήσει πρώτος, ο Νυχταφέντης, προσπάθησε ξανά να εξηγήσει. «Έχουμε πράκτορες ανάμεσά τους. Και πολύ ισχυρούς μάλιστα.» Ο άλλος έκρωξε συμφωνώντας. Ο Χούμα σάλεψε λιγάκι. Φαίνεται ότι θεωρούσαν πως έφερε κάποιο σημαντικό σημάδι. Το μόνο που είχε εκείνη τη στιγμή ήταν ένα φλεγόμενο μέτωπο.
«Ξέρω τι σημαίνει το σημάδι» είπε η γνωστή φωνή – πού την είχε ξανακούσει άραγε; «Ξέρω επίσης ότι δε θα τον σκοτώσει, όπως είχα νομίσει στην αρχή. Έχει πληροφορίες που χρειάζομαι. Η ίδια του η ύπαρξη είναι σημαντική για μένα.»
«Τι θέλεις να κάνουμε λοιπόν; Δεν μπορούμε να του κάνουμε κακό, αφού κάποιος δικός μας του έχει κάνει το σημάδι της προστασίας.» Αυτός που φαινόταν ξένος προς τους υπόλοιπους γρύλισε και οι αισθήσεις του Χούμα μπήκαν σε επιφυλακή γιατί αναγνώρισε τον ήχο. Μόνο οι ντρέντγουλφ έβγαζαν τέτοιους ήχους.
Κάποιος πρέπει να πρόσεξε την αλλαγή θέσης του κορμιού του, γιατί ένα γαντοφορεμένο χέρι του έπιασε το πρόσωπο και το γύρισε από τα αριστερά στα δεξιά. Το γάντι ήταν σάπιο. Βρομούσε τόσο άσχημα που ο Χούμα τραβήχτηκε άθελά του. Ο επονομαζόμενος Νυχταφέντης γέλασε αισχρά.
«Δεν είναι δικός μας, αλλά ένας δικός μας θέλει να τον προστατέψει. Γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον.»
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο βραχνός.
«Πρέπει να τον κρύψετε, άθλια ψοφίμια!» γρύλισε ο ξένος. «Κρύψτε τον μέχρι να μπορέσουν να έρθουν σε επαφή μαζί σας οι υπηρέτες μου! Εκτός από τα κορμιά, σας πήρε και τα μυαλά η πανούκλα;»
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Χούμα θέλησε ν’ ανοίξει τα μάτια του, μια χαραμάδα μονάχα.
Δύο μορφές που έμοιαζαν με μουχλιασμένους, βρομερούς σωρούς από ρούχα στέκονταν και μιλούσαν με… με έναν ντρέντγουλφ. Κανείς άλλος δεν υπήρχε. Το θολωμένο μυαλό του Χούμα χρειάστηκε κάμποσα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ο Γκάλαν Ντράκος –από το κάστρο του κάπου πέρα μακριά– χρησιμοποιούσε το νεκροζώντανο αυτό υπηρέτη σαν τα μάτια και τα αυτιά του στο Έργκοθ.
Το ότι βρίσκονταν ακόμα κάπου μέσα στα ερείπια ήταν απλή εικασία. Τα λίγα που μπορούσε να διακρίνει δικαιολογούσαν κάπως αυτή την εικασία, γιατί το δωμάτιο ήταν γεμάτο χαλάσματα και ένα μέρος του ταβανιού έλειπε. Ο Χούμα δεν ήξερε πόση ώρα είχε μείνει αναίσθητος, ούτε πόσο μακριά τον είχαν σύρει.
Τότε ο πιο απειλητικός από τους δύο κουρελήδες εχθρούς σήκωσε το χέρι αποκαλύπτοντας μια κοκαλιάρικη, χαρακωμένη παλάμη – και έδειξε με το δάχτυλο το μαντατοφόρο του αποστάτη. «Πρόσεχε, μάγε. Προς το παρόν έχεις την ευλογία της, αλλά η βασίλισσα είναι πολύ ευμετάβλητη για εκείνους που την απογοητεύουν. Καλά θα κάνεις να μιλάς πιο ευγενικά σ’ αυτούς που έχεις την ανάγκη τους.»
Η ωχρή μορφή του ντρέντγουλφ ζωήρεψε από συγκρατημένο θυμό. Ο Ντράκος άφηνε τα συναισθήματά του να γίνουν αντιληπτά μέσω του δούλου του. Η μικρότερη από τις δύο κουκουλοφόρες φιγούρες μαζεύτηκε, σηκώνοντας μπροστά της δυο πρησμένα χέρια, όλο φόβο.
Ο άλλος, ο Νυχταφέντης, πρέπει να χαμογελούσε, γιατί ο τόνος της φωνής του ήταν γεμάτος ειρωνεία. «Οι δυνάμεις σου προκαλούν φόβο στους φοβητσιάρηδες, αλλά όχι σε κάποιον που απολαμβάνει την προστασία του Μόρτζιον.»
Του Μόρτζιον! Ο Χούμα μόλις που κατάφερε να πνίξει την έκπληξη που διαπέρασε σαν ρίγος το αδύναμο κορμί του. Ήταν αιχμάλωτος των πιστών του Μόρτζιον, του θεού της Αρρώστιας και της Σήψης!
«Άσκοπη απώλεια χρόνου» μουρμούρισε τελικά ο Ντράκος.