Выбрать главу

«Σύμφωνοι. Πολύ καλά, μάγε. Οι αδερφοί μου θα φυλάξουν τούτον εδώ για τους λακέδες σου, αλλά μόνο επειδή αυτό συμφέρει τους σκοπούς του αφέντη. Όχι επειδή σε φοβάμαι.»

«Όχι βέβαια.»

«Μα το σημάδι…» είπε ο βραχνός.

«Υπάρχουν φορές, αδερφέ μου, που πρέπει όλοι μας να κάνουμε θυσίες για τη δόξα του Μόρτζιον.»

«Και για τη βασίλισσα, φυσικά» πρόσθεσε επίτηδες ο Ντράκος.

«Και για τη βασίλισσα. Κρίμα. Είμαι ακόμα περίεργος για την αιτία του σημαδιού.» Ο Σκουλάρις ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπο του Χούμα.

Ο Χούμα κύλησε πέρα από το σοκ, νιώθοντας σαν να είχε παραβιαστεί η ίδια του η ψυχή. Ζάρωσε, αλλά δεν είχε χώρο για να αποφύγει το βίαιο χέρι.

Εντελώς ξαφνικά, έπαψε να βρίσκεται στα ερείπια. Ένα καλειδοσκόπιο ήχων και εικόνων τον τύλιξε. Ο Χούμα δεν ένιωσε καθόλου φόβο. Ένα μέρος του εαυτού του ήξερε ότι αυτή η κατάσταση υπήρχε μόνο στο μυαλό του, αν και δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτό έπρεπε να τον ηρεμήσει. Του φάνηκε πως άκουσε θόρυβο αλόγων που κάλπαζαν στη μάχη, την κλαγγή της πανοπλίας, τις πολεμικές κραυγές και το ατσάλι να χτυπά πάνω σε ατσάλι. Είδε ένα όραμα με τρεις ιππότες. Ο καθένας τους φορούσε κι από ένα σύμβολο της Ιπποσύνης: το Στέμμα, το Ξίφος και το Ρόδο. Φορούσαν όλοι προσωπίδες, αλλά ο Χούμα ήξερε με κάποιον τρόπο ότι οι δύο που βρίσκονταν πίσω δεν μπορούσαν να είναι παρά οι δίδυμοι θεοί Χάμπακουκ και Κίρι-Τζόλιθ. Δυο από την Τριανδρία της Σολάμνια – πράγμα που σήμαινε ότι αυτός που στεκόταν μπροστά τους…

Με τρομακτική σφοδρότητα, ο Χούμα τραβήχτηκε από αυτό το όραμα για να γυρίσει ξανά στον πραγματικό κόσμο. Αν δεν τον είχαν φιμώσει, θα ούρλιαζε, γιατί το κοκαλιάρικο, αρρωστιάρικο χέρι που τραβήχτηκε από πάνω του σαν να πήρε μαζί του κομμάτια από τις σάρκες του. Με τα θολωμένα του μάτια, ο Χούμα διέκρινε δύο ντυμένες μορφές να τον κοιτάζουν.

«Δεν μπόρεσα να μπω στο μυαλό του. Προστατεύεται από τη δύναμη της θέλησής του και μόνο. Καταπληκτικό.»

«Και το σημάδι;» έκρωξε ο δεύτερος.

«Δεν υπάρχει πια. Ήταν πολύ αδύναμο. Είναι –και σε υπερβολικό βαθμό– πιόνι αυτού του παρατεινόμενου πόνου που οι βλάκες αποκαλούν “ζωή”. Δεν είναι δικός μας – ίσως να μη γίνει ποτέ δικός μας.»

Από πίσω τους, η φωνή του Ντράκος βγήκε ξανά από το ρύγχος του ντρέντγουλφ. «Δεν σηκώνει άλλο δισταγμό.»

«Κανένα. Μόλις έρθουν οι δούλοι σου, είναι δικός σου.» Ο κληρικός κροτάλισε τα δάχτυλα. Εκείνη τη στιγμή ο Χούμα έκλεισε τα μάτια του για να τα καθαρίσει. Από το σκοτάδι πρόβαλαν κουκουλοφόρες μορφές, τσακισμένοι από την αρρώστια βρικόλακες, σαν τους νεκρούς μιας μάχης που επέστρεφαν σε κάποιου είδους ζωή.

«Πάρτε τον στις κατακόμβες. Δέστε τον στο βωμό.»

«Όχι θυσίες!»

Ακόμα κι ο Χούμα είδε τα χείλη του κληρικού να στραβώνουν. «Μη φοβάσαι, κοπρίτη. Θα είναι σώος και αβλαβής. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν εσύ θα έχεις περισσότερη τύχη από μένα.»

Ο Ντράκος δεν απάντησε ή τουλάχιστον ο ντρέντγουλφ δεν επανέλαβε κανένα μήνυμά του. Ο Χούμα πάλεψε με τα δεσμά του, αλλά ήταν πολύ γερά. Τέσσερις κουκουλοφόρες φιγούρες τον άρπαξαν απότομα και τον σήκωσαν. Η βρόμα και των τεσσάρων τους ήταν ανυπόφορη.

Είχε ελπίσει ότι θα έπαιρνε μια ιδέα για το πού βρίσκονταν και το πού πήγαιναν, αλλά το σκοροφαγωμένο μανίκι ενός από αυτούς που τον κουβαλούσαν του έκρυβε τη θέα. Υποπτευόταν ότι βρίσκονταν ακόμα πολύ κοντά στο κτίριο όπου είχε πέσει –ανόητα– θύμα μιας από τις παγίδες των πιστών. Ο Χούμα ήξερε μερικά πράγματα για τους πιστούς του Μόρτζιον. Ήταν ειδικοί στις συνωμοσίες και στη μυστικότητα της αδελφότητάς τους. Το γεγονός ότι τον πήγαιναν στις κατακόμβες σήμαινε ότι ζούσαν κάτω από το ίδιο το Κάεργκοθ – και αυτή ήταν μια τρομακτική αποκάλυψη. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που δε βρισκόταν κανένα ίχνος της πανούκλας. Δεν προερχόταν μέσα από την πόλη ή από κάμπου κοντά της, αλλά από τα έγκατά της.

Ένα αεράκι έδιωξε κάπως την μπόχα από τα ρουθούνια του. Ο Χούμα συμπέρανε ότι έπρεπε να είχαν βγει από κάποιο ερειπωμένο σπίτι ξανά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αναζητούσε απεγνωσμένα κάποιο σχέδιο διαφυγής, υποθέτοντας ότι οι κατακόμβες θα ήταν κυριολεκτικά αδιάβατες. Ήταν όμως σφιχτά δεμένος και φιμωμένος και η κατάστασή του φαινόταν τραγική.

Η ομάδα είχε αφήσει πίσω της το κτίριο, όταν ο Χούμα άκουσε κάτι που έμοιαζε με κραυγή νυχτοπουλιού. Οι κουρελιάρες μορφές σταμάτησαν απότομα, αναγνωρίζοντας καθυστερημένα αυτό που ο Χούμα είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή.

Ακούστηκε ένα σφύριγμα και κάτι έσκισε τον αέρα – και τότε ο ένας από τους δεσμοφύλακες του Χούμα έπεσε κάτω μ’ ένα βέλος στο στήθος. Ο ιππότης ξέφυγε από τα χέρια των υπολοίπων και κατάφερε να πέσει στη γη ανάσκελα.