Ακολούθησε πανδαιμόνιο κι ένα λαμπρό φως έκανε αδύνατη κάθε φυγή για τις κουκουλοφόρες μορφές. Εύστοχα βέλη χτύπησαν και έριξαν άλλους δυο, πριν προλάβουν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Εκείνος που τον φώναζαν Σκουλάρις έφυγε τρέχοντας και χάθηκε από το οπτικό πεδίο του Χούμα. Η φυγή του δεν κράτησε πολύ όμως. Όχι ένα, αλλά τρία βέλη τον βρήκαν στην πλάτη. Ο Νυχταφέντης ταλαντεύτηκε σαν μαριονέτα κι έπεσε κουβάρι.
Αρματωμένες μορφές έρχονταν ορμητικά, ενώ το φως πήγαινε να σβήσει. Από τους κουκουλοφόρους παλιανθρώπους, που ήταν πάνω από μια ντουζίνα, ο Χούμα διαπίστωσε κατάπληκτος πως μονάχα τέσσερις στέκονταν ακόμα όρθιοι. Δεν είχαν δυνατά όπλα και οι πρώτοι στρατιώτες που μπλέχτηκαν στη μάχη έκαναν το λάθος να τους θεωρήσουν ακίνδυνους. Το σφάλμα τους έγινε προφανές όταν ένας από τους κληρικούς έβγαλε ένα μικρό πουγκί και το έριξε στην πιο κοντινή οπλισμένη φιγούρα. Ο Χούμα άκουσε το ουρλιαχτό του στρατιώτη και τις πνιχτές φωνές των άλλων καθώς όλα τα στάδια της πανούκλας εκδηλώθηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Μια γνωστή μορφή στάθηκε μπροστά του κι έσκυψε να ελέγξει τα δεσμά του. «Τι ανόητος που ήμουν! Έπρεπε να το ξέρω…»
Οι τοξότες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Μέχρι να του κόψει τα δεσμά ο Έιβοντεϊλ και ο τελευταίος άθλιος κειτόταν νεκρός.
«Ο ντρέντγουλφ; Τον είδες;»
«Ντρέντγουλφ;» Ο Έιβοντεϊλ κοίταξε γύρω του ανήσυχος. «Δεν τον είδα!»
«Το σπαθί μου!» Το όπλο του Χούμα κειτόταν σχεδόν θαμμένο κάτω από έναν κληρικό. Το τράβηξε χωρίς να σκεφτεί, με μοναδική του έγνοια να σταματήσει το τετράποδο τέρας. Κατά κάποιον απίθανο τρόπο, το πλάσμα είχε ξεγλιστρήσει από τη μάχη και το είχε σκάσει. Ο Χούμα δεν ήθελε να ξαναβρεί ο ντρέντγουλφ τα ίχνη του και να μεταφέρει στον αφέντη του πού ήταν και τι έκανε.
Άκουσε πίσω του τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ να τον φωνάζει, αλλά τον αγνόησε. Έπρεπε να καταστρέψει το τέρας.
Ο ήχος ποδιών που έτρεχαν τον έφερε σε επιφυλακή. Τον ακολούθησε με όλη του την ταχύτητα αποφεύγοντας μόλις και μετά βίας ένα σωρό τρύπες και ανωμαλίες του εδάφους που θα τον ξάπλωναν κάτω στο παραμικρό λάθος βήμα. Δε σκεφτόταν τον κίνδυνο.
Πήδηξε πάνω από τα συντρίμμια ενός πέτρινου τοίχου. Ο λοιμός δεν είχε προκαλέσει άμεσα όλη αυτή την καταστροφή. Αυτό το είχαν κάνει οι έξαλλες εξεγέρσεις και το κάψιμο των σπιτιών που είχαν προσβληθεί από την πανούκλα.
Προσγειώθηκε πάνω σε κάτι χαλάσματα. Ξαφνικά το πόδι του γλίστρησε και βρέθηκε να πέφτει ανάσκελα. Με τεράστια προσπάθεια, κατάφερε να κρατήσει το σπαθί του. Το πόδι του δίπλωσε από κάτω του και ο ιππότης έτριξε τα δόντια από τον πόνο. Καθώς κειτόταν εμβρόντητος, είδε να τινάζεται στο πρόσωπό του η φρικαλέα όψη του τέρατος. Τα μακριά, κιτρινισμένα δόντια υψώθηκαν πάνω από το λαρύγγι του και η κόκκινη σαν αίμα γλώσσα έγλειψε τα πανίσχυρα σαγόνια. Τα τυφλά μάτια δεν είχαν να δείξουν παρά μονάχα το θάνατο στον παγιδευμένο ιππότη. Τα μπροστινά νύχια του ντρέντγουλφ πίεσαν βαριά το στήθος του Χούμα.
«Καλύτερα να στερήσω από το μάγο τη μαριονέτα του!» Τα σαγόνια έκλεισαν πάνω στο λαρύγγι του Χούμα.
Ο Χούμα έστρεψε άγρια τη λεπίδα του προς τον ντρέντγουλφ. Ήταν σε άβολη θέση και το πλήγμα που του κατάφερε ήταν αμελητέο. Απομάκρυνε όμως το τέρας από πάνω του.
Ο ντρέντγουλφ κύλησε στο πλάι και στάθηκε στα τέσσερα πόδια. Τα άλικα μάτια του έλαμψαν άγρια και τα χείλη του τραβήχτηκαν με μίσος. Ο Χούμα σήκωσε ψηλά το σπαθί του.
Ξαφνικά το τέρας τυλίχτηκε στις φλόγες. Τη μια στιγμή στεκόταν εκεί έτοιμο να ορμήσει και την επόμενη ήταν μια πύρινη σφαίρα. Ο Χούμα το κοίταζε έκπληκτος και ύστερα πρόσεξε μια καινούρια μορφή να βγαίνει από κάτι χαλάσματα που κάποτε ήταν ένα μεγαλούτσικο πανδοχείο.
«Μάτζιους!»
Ο μάγος έφερε γοργά το δάχτυλο στα χείλη γνέφοντάς του να σωπάσει. Ήταν πιο λεπτός και ένα μεγάλο μέρος της ματαιοδοξίας του είχε χαθεί από τους τρόπους του. Τα άλλοτε λαμπερά, χρυσαφένια μαλλιά του δεν ήταν πια παρά θαμπά καφετιά και πολύ πιο κοντοκομμένα. Είχαν καεί άραγε; Ο Μάτζιους φορούσε επίσης και κάτι που ο Χούμα είχε να τον δει να το φοράει από τον πρώτο καιρό της εκπαίδευσής του – έναν ερυθρό χιτώνα.
«Έλα! Έριξα ένα ξόρκι σύγχυσης πάνω στους άντρες του Άρχοντα Έιβοντεϊλ, αλλά δε θα αργήσουν να καταλάβουν προς τα πού πήγες!»
«Μα…» ο Χούμα καταλάβαινε πως ήταν τρέλα να ακολουθήσει ξανά τον παλιό του φίλο, αλλά οι γεροί παλιοί δεσμοί τους άντεχαν ακόμη και εκείνη τη μέρα.
«Έλα!» επανέλαβε ανυπόμονα ο Μάτζιους.
Ο Χούμα τον ακολούθησε.
Διέσχισαν με εκπληκτική ταχύτητα την πόλη κι έφτασαν στο νότιο άκρο της. Εκεί τους περίμεναν δυο άλογα. Ο Μάτζιους του έγνεψε να καβαλήσει το πιο γεροδεμένο. Μόνο όταν είχαν απομακρυνθεί αρκετά αποφάσισε να μιλήσει.