Выбрать главу

«Πρέπει να καλπάσουμε δυνατά για ένα διάστημα, πρέπει να παρακάμψουμε ένα φυλάκιο της Σολάμνια.»

«Φυλάκιο;» Ο Χούμα, μη γνωρίζοντας αρκετά καλά την περιοχή στα νότια της Σολάμνια, ξαφνιάστηκε πολύ. Ιππότες της Σολάμνια στο Έργκοθ!

«Εσύ ήσουν αυτός που εξαπόλυσε το φως;»

«Ναι» απάντησε ο Μάτζιους. «Θα σου τα εξηγήσω το πρωί, όταν θα είμαι σίγουρος ότι μας έχουν χάσει οι Ιππότες του Έργκοθ, που είναι σίγουρα κιόλας στο κατόπι μας.»

Ο Χούμα συγκράτησε λίγο το άλογό του. «Γιατί τρέχουμε να ξεφύγουμε από τον Άρχοντα Έιβοντεϊλ;»

Τα μάτια του μάγου άστραψαν. «Τυφλός είσαι; Φαντάζεσαι ότι σε βοήθησε από την καλή του την καρδιά;»

Ο Χούμα συγκρατήθηκε και δεν του πέταξε ότι, ναι, είχε δείξει εμπιστοσύνη στον άρχοντα. Πού ήταν το έγκλημα;

«Του είπες ότι κάτι υπάρχει στα βουνά, έτσι δεν είναι; Του μίλησες για το μονοπάτι!»

«Παραμιλάς, Μάτζιους. Ούτε καν γνωρίζω κανένα μονοπάτι.»

Ο Μάτζιους μόρφασε και ο Χούμα κατάλαβε ότι αυτά τα λόγια τού είχαν ξεφύγει. Συνήλθε γρήγορα όμως και είπε «Του είπες ότι υπάρχει κάτι στα βουνά, στο νοτιοδυτικά, που μπορεί να χαρίσει τη νίκη ενάντια στην Τακίσις. Πριν απ’ όλα ο Έιβοντεϊλ είναι ευγενής από το Έργκοθ, Χούμα. Οι ευγενείς του Έργκοθ είναι γνωστοί για την προθυμία τους να κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να αυξήσουν το κύρος και τη δύναμή τους. Σκέψου τι του έχεις πει. Θα ήταν πολύ σπουδαίο γι’ αυτόν να το μεταφέρει στον αυτοκράτορά του. Σκέψου πώς θα αντάμειβε ο αυτοκράτορας αυτόν που θα κατάφερνε να φέρει –επιτέλους– την ειρήνη στο Άνσαλον. Ένας ευγενής του Έργκοθ θα σκότωνε για κάτι τόσο πολύτιμο όπως είναι αυτό που ψάχνουμε.»

Τα λόγια του –ή ο τόνος της φωνής του ίσως– ήταν σχεδόν υπνωτιστικά. Ο Χούμα επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό του ότι ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ ήταν καλός άνθρωπος. Όμως πρώτα δε θα ήταν πιστός στον αυτοκράτορά του κι ύστερα σ’ ένα περιπλανώμενο ιππότη; Είχε προσφέρει ασφάλεια στον Χούμα, αλλά μόνο αν ταξίδευε μαζί του. Ο Χούμα κούνησε το κεφάλι του για να διώξει όλη αυτή την παράνοια. Τώρα πια δεν ήταν σίγουρος για το τι ήταν σωστό και τι λάθος και το μόνο που ήθελε ήταν να βρει το βουνό. Προς τα εκεί κατευθυνόταν τώρα και φαινόταν άσκοπο να γυρίσει πίσω.

Δεν πρόσεξε το πικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στο κουρασμένο πρόσωπο του μάγου, γιατί ο τελευταίος είχε κιόλας γυρίσει μπροστά.

Με τον Μάτζιους να τους οδηγεί, προχώρησαν σ’ ένα δαιδαλώδες μονοπάτι που διέσχιζε αγρούς και δάση στα νότια του Κάεργκοθ.

Κόντευε να χαράξει όταν σταμάτησαν – επιτέλους. Ο Μάτζιους του έδειξε μια μικρή, μισοκρυμμένη λίμνη. Έδεσαν τα άλογα κοντά σε πλούσιο χορτάρι. Ο μάγος κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως, χωρίς και πάλι να του εξηγήσει τίποτα. Ο Χούμα ακούμπησε την πλάτη του σ’ ένα δέντρο και κάθισε κοιτάζοντας την ήρεμη λίμνη. Συλλογιζόταν τον αποστάτη μάγο που ήθελε τον Χούμα τόσο όσο και τον Μάτζιους. Τον Ντράκος.

Ο ντρέντγουλφ είχε γίνει στάχτη, αφήνοντας τον Γκάλαν Ντράκος χωρίς κατάσκοπο, τυφλό στις ενέργειες του Χούμα και του Μάτζιους – προς το παρόν τουλάχιστον. Με τον πόλεμο να τον απασχολεί τόσο πολύ προσωπικά, ο αποστάτης μάγος αναγκαζόταν να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους κατασκόπους του. Ο Χούμα υποπτευόταν ότι ο Ντράκος ήξερε τουλάχιστον όσο κι ο ίδιος σχετικά με το τι έψαχνε ο Μάτζιους, ίσως και περισσότερα. Κάπου, κάποτε, θα υπήρχαν περισσότεροι κατάσκοποι και ο Χούμα δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι, αργά ή γρήγορα, ο Γκάλαν Ντράκος θα άφηνε τις άλλες δουλειές του για να φροντίσει να δοθεί επιτέλους και στους εχθρούς του και στις επιδιώξεις τους.

Έπιασε ένα μικρό βότσαλο και το πέταξε στο κέντρο της λίμνης, για να το δει να τινάζεται ξανά προς το μέρος του. Προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος, αλλά τα πόδια του μπερδεύτηκαν. Τι ήταν πάλι; αναρωτήθηκε θυμωμένος.

Ένα γυναικείο κεφάλι ξεπετάχτηκε απότομα από την άκρη της λίμνης. Αν και αμυδρά πρασινωπό, ήταν πολύ όμορφο. Τα μάτια ήταν στενές σχισμές, λες και είχε μόλις ξυπνήσει. Είχε μια μικρούλα, αυθάδικη μύτη και μεγάλα, γεμάτα χείλη. Όταν σηκώθηκε από το νερό, ο Χούμα είδε πως ήταν λεπτή με μακριά πόδια, αν και δεν του έφτανε ούτε μέχρι τους ώμους. Το μοναδικό της ρούχο, ένα λεπτό φόρεμα, ήταν βρεγμένο και κολλούσε πάνω στις καμπύλες του κορμιού της. Μια νύμφη. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες για νύμφες. Έλεγαν ότι ανήκαν στην Εποχή των Ονείρων, τότε που δεν υπήρχε καταγραμμένη ιστορία. Το κατά πόσο αποτελούσαν φυλή ήταν αμφίβολο. Σπάνια τις έβλεπε κανείς.

«Καλημέρα, ανθρωπάκι» Η φωνή της ήταν μελωδική, σαν ενός μικρού πουλιού του δάσους. Του χαμογέλασε και το πρόσωπο του Χούμα κοκκίνισε. Ας ήταν τόσο όμορφη, μια άλλη μορφή πήρε τη θέση της στη φαντασία του, εκείνη της Γκουίνεθ. Κατάφερε να σηκωθεί όρθιος.