Выбрать главу

«Γεια σου.» Του πήρε κάμποσο μέχρι να βρει το κουράγιο να της απαντήσει. Τον ενοχλούσε όσο και τον έλκυε. Ο μύθος έλεγε πως αυτά τα πλάσματα δεν ήταν μόνο παιχνιδιάρικα αλλά και θανάσιμα. Πολλοί άντρες είχαν γητευτεί μέχρι θανάτου, αν υπήρχε κάποια αλήθεια στους αρχαίους μύθους. Το χέρι του Χούμα χάιδεψε το σφαίρωμα του σπαθιού του. Το είδος της ήταν μαγικό και, παρά τη φιλία του με τον Μάτζιους, εξακολουθούσε να διατηρεί ένα μέρος της επιφυλακτικότητας των ιπποτών απέναντι στη μαγεία.

Κοίταξε δίπλα του και είδε με έκπληξη ότι ο Μάτζιους κοιμόταν ακόμα. Υποψιάστηκε ότι ο ύπνος του δεν ήταν πια φυσικός και ανατρίχιασε.

Η νύμφη γέλασε ξαφνιασμένη. «Σε πέρασα για άλλον» είπε. «Κι εσύ μ’ αρέσεις όμως.»

«Μπα;» έβαλε τα δυνατά του να ακουστεί αδιάφορος, αλλά η καρδιά και το μυαλό του δούλευαν πυρετωδώς. «Πώς και με πέρασες για άλλον;» Αν έρχονταν κι άλλοι στη λίμνη, ο Χούμα δεν είχε καμία διάθεση να μείνει εκεί περισσότερο. Αν ήταν κι αυτοί σαν τη νύμφη και τα πράγματα έφταναν στα άκρα, δεν είχε καμία πιθανότητα επιβίωσης. Το χέρι του έσφιξε άθελά του τη λαβή του σπαθιού του.

«Μοιάζεις με τον Μπουόρον. Όλα αυτά τα γελοία μέταλλα. Έρχεται και με βλέπει. Θες να δεις το σπίτι μου;»

Ο Χούμα πισωπάτησε ανήσυχος. Το σπίτι της –από τα λίγα που ήξερε– θα βρισκόταν μάλλον στο βυθό της λίμνης. Αν είχε αποφασίσει να τον αναγκάσει… «Όχι, ευχαριστώ» απάντησε βιαστικά. «Να μη σου γίνω βάρος…»

Εκείνη μόρφασε. «Ακόμα και η φωνή σου μοιάζει με του Μπουόρον.»

«Πού τον περιμένεις;» Ο Χούμα κοίταξε ανήσυχος την όχθη της λίμνης, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή σχεδόν να δει μια βαριά αρματωμένη φιγούρα να ξεπροβάλει τσακίζοντας τα δέντρα.

Η νύμφη πλησίασε την όχθη περπατώντας. Ο Χούμα στράφηκε στον Μάτζιους, αλλά εκείνος κοιμόταν ακόμα.

«Δε θα ξυπνήσει παρά μόνο όταν του το επιτρέψω. Δε μου αρέσει.»

Ο ιππότης ζάρωσε το μέτωπο. «Τον ξέρεις κι αυτόν;»

Εκείνη κούνησε το χέρι της λες και ο μάγος ήταν ασήμαντος. «Όχι τον ίδιο. Την εικόνα του.»

«Από που;» Ο Χούμα δεν ήξερε τι να υποθέσει γι’ αυτό το πλάσμα. Φαινόταν εύθραυστη, αλλά η δύναμή της ήταν αρκετή για να παγιδέψει τον Μάτζιους με μεγάλη ευκολία. Ίσως αυτό να μην ήταν τόσο εύκολο αν ο Μάτζιους δεν ήταν τόσο εξαντλημένος, αλλά και πάλι πρόδιδε μεγάλη ικανότητα.

«Τον βλέπω στον καθρέφτη μου. Μου δείχνει τι ονειρεύονται οι άλλοι. Είναι τόσο βαρετά εδώ πέρα. Μου λείπουν οι χτίστες της σπηλιάς.»

«Οι χτίστες της σπηλιάς;»

Οι νάνοι. Ήταν σκέτη τρέλα να προσπαθείς να βγάλεις νόημα από μερικά λεγόμενα της νύμφης.

Εκείνη τη στιγμή στεκόταν κοντά του κι έσκυβε πλησιάζοντάς τον αθώα, όσο χρειαζόταν για να τον κάνει να παραλύσει. «Είσαι σίγουρος ότι δε θες να έρθεις να δεις το σπίτι μου; Δε θα σε απογοητεύσω αν δε με κάνεις να πλήξω.»

Να η πραγματική παγίδα. Πόσοι αρσενικοί δεν είχαν υποκύψει άραγε στην ομορφιά της για να την ακολουθήσουν στο βυθό και να βρεθούν παγιδευμένοι σε μια θαλάσσια σπηλιά; Ο Χούμα προσευχήθηκε ενστικτωδώς στον Πάλανταϊν.

Η νύμφη απομακρύνθηκε. «Μην το κάνεις αυτό, σε παρακαλώ!»

Αν και τεχνικώς δε θα την έλεγες κακόβουλη, δεν ήταν πλάσμα του Πάλανταϊν, ούτε και του Γκίλεαν. Συνεπώς, μια ειλικρινής προσευχή σ’ έναν από τους δύο θα την ενοχλούσε, αν δεν την έδιωχνε κιόλας.

Ο Χούμα ετοιμαζόταν να της ζητήσει συγνώμη, όταν άκουσε τον ήχο ενός μεγαλόσωμου αλόγου που ερχόταν από τους θάμνους, όχι μακριά από εκεί που βρισκόταν. Προσπάθησε να σηκωθεί και να πιάσει το σπαθί του.

«Μα να ο Μπουόρον. Ελπίζω να μονομαχήσετε οι δυο σας. Αιώνες έχω να δω μια καλή μονομαχία.»

Άλογο και ιππέας ξεπρόβαλαν από τις φυλλωσιές και μπήκαν στη στενή λωρίδα γης που περιτριγύριζε τη λίμνη. Ο άντρας φορούσε ένα χιτώνα που τον σκέπαζε σχεδόν ολόκληρο, αλλά από κάτω ο Χούμα διέκρινε τη λάμψη της πανοπλίας. Στην αρχή ο νεοφερμένος δεν τους πρόσεξε. Όταν τους είδε, κοίταξε τον Χούμα σχεδόν αποσβολωμένος. Ο χιτώνας του άνοιξε και ο Χούμα είδε για πρώτη φορά καλά την πανοπλία του. Σήκωσε τα μάτια στο πρόσωπό του και ξανά στην πανοπλία. Θυμήθηκε τα λόγια του Μάτζιους για κάποιο προκεχωρημένο φυλάκιο κάπου στο νότιο Έργκοθ. Ένα φυλάκιο της Σολάμνια.

Η νύμφη χαμογέλασε γλυκά. «Κατάλαβες γιατί σε πέρασα για τον Μπουόρον; Μέχρι και οι πανοπλίες σας ίδιες είναι.»

Αλήθεια έλεγε. Ο Μπουόρον ήταν Ιππότης του Στέμματος.

Κεφαλαίο 13

Ο Μπουόρον γύρισε και κοίταξε τη νύμφη. Ο ίδιος είχε σκληρά χαρακτηριστικά και δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε άσχημος – ήταν ταλαίπωρος. Μια βαθιά θλίψη υπήρχε στα μάτια του. Πράγμα παράξενο, μα και εκείνου του έλειπε το εντυπωσιακό μουστάκι που είχαν οι περισσότεροι ιππότες. Αντί για αυτό, διατηρούσε μια μαύρη γενειάδα, κομμένη το ίδιο με τη γενειάδα του Άρχοντα Έιβοντεϊλ. Ο Χούμα αναρωτήθηκε πόσο καιρό να ζούσε στην περιοχή.