«Άφησέ μας μόνους τώρα» είπε ο Μπουόρον στη νύμφη.
«Δε θα μονομαχήσετε;»
Ο Μπουόρον φάνηκε να βρίσκει χυδαία την ερώτηση. «Είναι ένας από τους συντρόφους μου. Δε θα μονομαχήσω μαζί του.» «Α.» Η νύμφη σκυθρώπασε. «Θα πολεμήσεις με το μάγο;»
«Το μάγο;» Ο ιππότης έδιωξε μια μπούκλα από το πρόσωπό του και κοίταξε τον κοιμισμένο σωρό. «Πρέπει να είναι πτώμα στην κούραση για να κοιμάται με τόση φασαρία.»
«Αυτή τον κοίμισε» του εξήγησε ο Χούμα.
Ο ιππότης αναστέναξε. Δε φάνηκε να εκπλήσσεται. «Γιατί;»
Η νύμφη στραβομουτσούνιασε. «Δε μου αρέσει. Είναι ένας από τους ονειρευτές που σου έδειξα.»
«Αλήθεια;» Ο Μπουόρον ίσιωσε το κορμί του. Του είχε κινήσει το ενδιαφέρον. «Ποιος είναι;»
«Αυτός που πεθαίνει συνέχεια.»
Ο Χούμα οτένεψε τα μάτια. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ο Μάτζιους του είχε αποκαλύψει ότι η σκηνή του θανάτου του εμφανιζόταν συνέχεια στα όνειρά του. Η νύμφη δεν μπορούσε να το ξέρει αυτό. Ή μήπως το ήξερε; Έβλεπε όντως τα όνειρα των άλλων;
«Απάλλαξέ τον» τη διέταξε ο ιππέας.
«Δε θες να καθίσεις μαζί μου;» Άλλαξε επίτηδες στάση. Ο ιππότης κοκκίνισε ξανά.
«Όχι. Άφησέ μας. Είναι σοβαρό.»
Το πλάσμα του νερού ακούμπησε τα λεπτά του χεράκια στους γοφούς και τον αγριοκοίταξε. «Δε μ’ αρέσεις πια. Δε θέλω να ξανάρθεις να με δεις.»
Μπήκε στο νερό και, όταν έφτασε σε αρκετό βάθος, βούτηξε. Δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει πως ήταν κάτι άλλο και όχι άνθρωπος, εκτός από το αμυδρό πρασίνισμα της επιδερμίδας της και τη θαυμαστή ρευστότητα των κινήσεων της. Ο Χούμα αναρωτήθηκε πώς ανέπνεε.
«Δεν το εννοεί» είπε ο Μπουόρον. «Έχει θυμώσει ξανά μαζί μου πάρα πολλές φορές και κάθε φορά το ξεχνάει πριν προλάβω να πάρω ανάσα. Πιστεύω πως αυτή είναι η φύση του είδους της –αν και είναι η μοναδική που γνωρίζω.»
Ο Χούμα χαμήλωσε τα μάτια στον πάντα κοιμισμένο Μάτζιους. «Θα θυμηθεί να ελευθερώσει το θύμα της;»
«Δώσ’ της λίγα λεπτά. Το ξόρκι δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ ακόμα. Το δικό μου όνομα το ξέρεις, αδερφέ ιππότη. Ποιο είναι το δικό σου;»
Ο Χούμα ίσιωσε το κορμί του. «Είμαι ο Χούμα, Ιππότης του Στέμματος από το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ.»
«Το Βίνγκααρντ!» Το πρόφερε λες και ήταν το όνομα του Πάλανταϊν. «Κατάφεραν επιτέλους να περάσουν; Κοντεύει πια να τελειώσει αυτός ο πόλεμος;»
Ο Χούμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και κοίταξε τη γη. Του περιέγραψε γρήγορα τα γεγονότα. Δεν του άρεσαν καθόλου.
«Ένα από τα παιχνίδια της» είπε δείχνοντας το νερό «είναι να παίρνει τον καθρέφτη του ονειρευτή, ένα αρχαίο αντικείμενο, να τον κουνάει και να βλέπει τίνος τα όνειρα έπιασε.» Ο γενειοφόρος ιππότης ρίγησε. «Τα όνειρα των δούλων της δρακοβασίλισσας είναι πιο μαύρα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς.»
«Ζούσε πάντα εδώ;»
Ο Μπουόρον σήκωσε τους ώμους. Δεν του άρεσε να μιλάει για τη νύμφη. Η σχέση τους –όποια κι αν ήταν αυτή– δε θα ήταν αρεστή στην Ιπποσύνη. «Ήταν εδώ όταν ήρθα στο φυλάκιο. Οι θησαυροί της είναι αρχαίοι.» Σώπασε. «Τυχαία τη βρήκα. Οι άλλοι ιππότες δεν έρχονται ποτέ τόσο μακριά. Κυνηγούσα ένα ελάφι και δεν είχα σκοπό να το αφήσω να μου ξεφύγει. Δεν τρώμε συχνά τόσο σπουδαίο φαγητό στο φυλάκιο. Για τον ένα ή τον άλλο λόγο, το ελάφι έτρεξε σ’ αυτό το μέρος. Το άλογό μου σταμάτησε απότομα και έπεσα. Όταν επιτέλους συνήλθα από τον πονοκέφαλο, βρέθηκα να την κοιτάζω στα μάτια.»
Ο Χούμα διέκρινε την αμηχανία στα μάτια του άλλου. «Μην ανησυχείς, ιππότη. Δε θα πω σε κανένα για αυτή τη λίμνη.»
Ο Μπουόρον σήκωσε τους ώμους. «Το ξέρουν μέσες-άκρες. Δεν έκρυψα τον ερχομό μου εδώ – και το μόνο που κάνω είναι να κάθομαι μαζί της. Οι νύμφες δεν είναι αληθινές. Θα ήθελα κάτι παραπάνω.» Ο Μάτζιους άρχισε να σαλεύει. «Ο φίλος σου ο μάγος ξυπνάει. Δε νομίζω να του αρέσει που ήταν γητεμένος όλη αυτή την ώρα.»
Ο Χούμα κοίταξε τον Μάτζιους. Δεν είχε ξυπνήσει τελείως, αλλά έπρεπε να αποφασίσει αμέσως. «Δε χρειάζεται να το μάθει.»
Ο γενειοφόρος ιππότης δεν είπε τίποτα, αλλά τα μάτια του άστραψαν από ευγνωμοσύνη. Ο Χούμα έβλεπε καθαρά ότι η νύμφη του νερού τον ένοιαζε περισσότερο απ’ όσο άφηνε να φανεί.
Ο Μάτζιους πετάχτηκε όρθιος λες και κάποια αίσθηση τον είχε ειδοποιήσει ότι ο ίδιος και ο Χούμα δεν ήταν πια μόνοι. Γύρισε και κοίταξε το νεοφερμένο.
«Σε χαιρετώ, Μάγε του Ερυθρού Χιτώνα.» Ο χαιρετισμός του Μπουόρον ήταν κοφτός και υπηρεσιακός. Ο Μάτζιους απολάμβανε το σεβασμό εκείνου που ταξίδευε με ένα συνάδελφο ιππότη.
Ο μάγος είχε συνέλθει. Ανταπόδωσε το χαιρετισμό με μια βαθιά υπόκλιση, κατά τη συνήθειά του. «Σε χαιρετώ, Ιππότη της Σολάμνια. Δεν περίμενα ότι θα υπήρχε κι άλλος ευγενικός ιππότης τόσο μακριά στο Νότο.»