Выбрать главу

Η έκφραση του Χούμα δεν άλλαξε, αλλά είχε ενοχληθεί από το καινούριο ψέμα του φίλου του. Όταν το έσκαγαν από τα ερείπια, ο Μάτζιους του είχε πει ότι έπρεπε να παρακάμψουν το φυλάκιο.

«Έχουμε φυλάκιο εδώ» απάντησε ο Μπουόρον. «Μικρό και συχνά ξεχασμένο. Δεν αμφιβάλλω ότι με το πέρασμα του χρόνου θα το εγκαταλείψουν.»

«Ναι.» Ο μάγος ήταν ολοφάνερα αδιάφορος. Κοίταξε το σημείο όπου τον είχε πάρει ο ύπνος και μετά τη λιμνούλα. «Συγνώμη που δεν ξύπνησα νωρίτερα. Δεν το συνηθίζω. Δεν ήθελα να φανώ αγενής.»

Ο Μπουόρον κινήθηκε νευρικά και το άλογό του –ένας γκρίζο πολεμικό άτι– βημάτισε νευρικά, νιώθοντας την κίνηση του καβαλάρη του. «Παρακαλώ. Συμβαίνει συχνά εδώ. Και εγώ ο ίδιος έχω κοιμηθεί το ίδιο βαριά.»

«Και, πάλι, είμαι αδικαιολόγητος.»

«Πόσο μακριά είναι το φυλάκιο;» ρώτησε τελικά ο Χούμα, προκαλώντας το άγριο βλέμμα του Μάτζιους.

«Όχι πολύ. Μία ώρα με το άλογο. Φυσικά, πρέπει να έρθετε. Παρά τα τρομερά νέα που φέρνετε, η παρουσία σας θα είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.»

Ο Μάτζιους γέλασε αινιγματικά.

Ο άλλος ιππότης άρχισε να τον αντιπαθεί για τα καλά. Κάνοντας πως δεν άκουσε το γέλιο του μάγου, έδειξε τα δύο άλογα.

«Τα ζώα σας φαίνονται σαν να κάλπαζαν όλη τη νύχτα. Θα χρειαστούν φροντίδα αν σκοπεύετε να συνεχίσετε το δρόμο σας.» Φρόντισε να μην τους ρωτήσει το σκοπό του ταξιδιού τους, υποθέτοντας ότι ο Χούμα θα τον πληροφορούσε σχετικά, όταν και αν θα το θεωρούσε σκόπιμο.

Ο μάγος υποχώρησε. «Πολύ καλά. Αλλά θα είναι σύντομη στάση. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.»

«Χμ.» Αυτή ήταν η μοναδική απάντηση που μπόρεσε να του δώσει ο Μπουόρον, αλλά τους κοίταξε και τους δύο με ενδιαφέρον που δε διέφυγε από τον Χούμα ενόσω έλυναν τα άλογα και ίππευαν. Όταν ετοιμάστηκαν, τους έδειξε προς τα δυτικά. «Προς τα εκεί. Προχωρήστε πρώτοι. Έρχομαι αμέσως.»

Ο Χούμα με τον Μάτζιους οδήγησαν τα άλογά τους ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους. Ο πρώτος γύρισε και είδε τον Μπουόρον να ξεπεζεύει και να βγάζει ένα μικρό ξυλόγλυπτο από ένα σάκο της σέλας του. Δίπλα του το νερό άρχισε να κοχλάζει και το κεφάλι μιας νύμφης ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Ύστερα τα δέντρα τού έκοψαν τη θέα. Όταν γύρισε να τον κοιτάξει ο σύντροφός του, ο Χούμα έκανε σαν να σκεφτόταν το δρόμο που είχαν μπροστά τους. Δεν πέρασαν ένα-δυο λεπτά, και ο Μπουόρον πήγε κι εκείνος πλάι τους. Έγνεψε στον Χούμα και μπήκε αμέσως επικεφαλής.

Καθώς προχωρούσαν, ο Χούμα τού έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το φυλάκιο. «Υπάρχουν πολλά φυλάκια εδώ;»

«Είμαστε το ένα από τα δύο μονάχα. Το άλλο βρίσκεται στη δυτική πλευρά εκείνης της ορεινής έκτασης.» Του έδειξε μια κορυφογραμμή που έγινε ορατή μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή ενός λόφου. «Ουσιαστικά εμείς φυλάμε την ανατολική πλευρά κι εκείνοι τη δυτική. Όμως εδώ δεν υπάρχει τίποτα που να ενδιαφέρει τη δρακοβασίλισσα. Αντί να πολεμάμε με τα αναθεματισμένα τα ογκρ, εμείς κυνηγάμε επίδοξους ληστές.»

«Είστε μεγάλο φυλάκιο;» Δεν ήξερε καν ότι υπήρχε φυλάκιο εκεί.

Ο Μπουόρον γέλασε με φανερή πικρία. «Ούτε εγώ το ήξερα, μέχρι να με διατάξουν να έρθω πριν από πέντε χρόνια. Όχι, δεν είμαστε μεγάλο φυλάκιο. Ογδόντα ιππότες που προσπαθούμε να φρουρήσουμε μια περιοχή τόσο μεγάλη όπως η Σολάμνια. Κάποτε ήμασταν περισσότεροι.»

Ο Χούμα δε χρειαζόταν περισσότερες εξηγήσεις. Τώρα που ο πόλεμος πήγαινε τόσο άσχημα, είχαν αποκοπεί απ’ όλους τους υπόλοιπους, εκτός από τους συναδέλφους τους της δυτικής πλευράς, των βουνών. Δεν μπορούσαν να παρατήσουν τα φυλάκια και να τρέξουν στο Βορρά για να μπουν και οι ίδιοι στη μάχη. Τους είχαν διατάξει να μείνουν εκεί – και θα έμεναν μέχρι νεοτέρας. Το καθήκον ήταν κάτι που διαπότιζε βαθιά τους ιππότες. Ο Ρέναρντ είχε επανειλημμένα τονίσει τη σημασία του.

«Πήγες ποτέ στα βουνά;» ρώτησε απότομα ο Μάτζιους.

«Όχι.» Ο Μπουόρον δεν είχε όρεξη για κουβέντες με το μάγο.

«Έχει πάει κανείς;»

«Μόνο στις εξωτερικές κορυφές. Το εσωτερικό της οροσειράς το αποφεύγουμε.»

Ο Μάτζιους φάνηκε να ενδιαφέρεται. «Πώς έτσι;»

«Τα μονοπάτια δεν είναι ασφαλή. Αυτό είναι όλο.»

Ο Χούμα είδε το σύντροφό του να κατεβάζει μούτρα. Αυτό που έψαχνε να βρει ήταν ασυνήθιστο.

Τόσο βαθιά στο Νότιο Έργκοθ, ήταν δύσκολο να πιστέψεις ότι γινόταν πόλεμος. Ο ουρανός βέβαια ήταν τόσο βαρύς όσο και στο Βορρά, αλλά στα δάση και τους αγρούς επικρατούσε μεγαλύτερη ηρεμία. Ο Χούμα συνειδητοποίησε ότι ήταν μια ηρεμία ψεύτικη, γιατί τη στιγμή που οι ορδές της δρακοβασίλισσας θα ξεμπέρδευαν με τη Σολάμνια, αυτή θα διαλυόταν. Με τη Σολάμνια στα χέρια της, η βασίλισσα θα σάρωνε την υπόλοιπη ήπειρο σε λιγότερο από ένα χρόνο.