«Κοντεύουμε.»
Ο Χούμα κοίταξε για πρώτη φορά το φυλάκιο της Σολάμνια. Δεν ήταν κανένα ψηλό οικοδόμημα, όπως το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Ήταν ολόκληρο κατασκευασμένο από ξύλο, φτιαγμένο όμως έτσι που οι φλόγες να μην μπορούν να το μετατρέψουν σε θανάσιμη παγίδα. Τα τείχη που περικύκλωναν το συγκρότημα φαίνονταν να έχουν τέσσερις φορές το μπόι του Χούμα. Το πάνω μέρος τους ήταν οδοντωτό για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους τοξότες. Μόνο ένα κτίριο φαινόταν πάνω από το ψηλό τείχος, μια σκοπιά μ’ ένα φρουρό που είχε στραμμένη την προσοχή του στους τρεις ξένους που πλησίαζαν. Ο άντρας έβαλε μια φωνή και έδειξε προς το μέρος τους. Ο Μπουόρον δεν του απάντησε, αλλά του έγνεψε κουρασμένα.
Ο Χούμα έριξε μια ματιά στον Μάτζιους. Ο μάγος κοίταζε με λαχτάρα τα μακρινά βουνά.
Όταν ο φρουρός είδε ότι ο ένας από τους ξένους ήταν κι αυτός ιππότης, άρχισε να φωνάζει ξανά. Καθώς πλησίασαν οι τρεις καβαλάρηδες, η ξύλινη πύλη άνοιξε και φάνηκε λες και όλοι οι κάτοικοι του φυλακίου βγήκαν να τους προϋπαντήσουν.
«Μπουόρον! Γύρισες κιόλας; Τι μας έφερες;»
Ο ψηλός, ηλικιωμένος άντρας που είχε μιλήσει πρέπει να ήταν κιόλας ιππότης τον καιρό που ο Άρχοντας Όσγουολ ήταν παιδί. Ήταν γεμάτος βαθιές ρυτίδες και η φωνή του έτρεμε ελαφρά, αλλά οι κινήσεις του ήταν όλο χάρη. Ο Χούμα υπέθεσε ότι μπορούσε ακόμα να δουλέψει το σπαθί. Αντίθετα με την πλειοψηφία των ιπποτών, οι οποίοι έδειχναν να προτιμούν τις γενειάδες που διατηρούσαν οι πολίτες του Έργκοθ, ο ηλικιωμένος ιππότης έτρεφε το παραδοσιακό –αν και γκριζωπό– μουστάκι. Ήταν Ιππότης του Ρόδου και ο μοναδικός που έβλεπε με μια πρώτη ματιά ο Χούμα.
«Χαίρε, Άρχοντα Τάγκιν. Δύο ταξιδιώτες που χρειάζονται ανάπαυση, ο ένας τους αδερφός των ταγμάτων μας. Φέρνει νέα τεράστιας σημασίας.»
Ο Τάγκιν έγνεψε, βλοσυρά, καταφατικά. «Το περίμενα.» Στράφηκε στους υπόλοιπους συγκεντρωμένους ιππότες. «Γυρίστε στα καθήκοντα σας!» είπε. «Να θυμάστε πως είστε Ιππότες της Σολάμνια και όχι κανένα κοπάδι πεινασμένες χήνες!»
Στα πρόσωπα των ιπποτών φάνηκε κάποια απογοήτευση. Πολλοί από αυτούς, όπως τους είχε εξηγήσει ο Μπουόρον, ήταν τοποθετημένοι στο φυλάκιο κάπου δέκα χρόνια. Ο Τάγκιν βρισκόταν εκεί το διπλάσιο χρόνο – και, μάλιστα, είχε επανδρώσει ο ίδιος το φυλάκιο για πολλά χρόνια.
Ο Χούμα δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Κατά κάποιον τρόπο ένιωθε ότι βρισκόταν ανάμεσα σε διαφορετικού είδους ιππότες σε σύγκριση με εκείνους του Ακροπυργίου του Βίνγκααρντ. Αυτοί ήταν λιγότερο αυστηροί με τους κανονισμούς, πιο πρόθυμοι να προσαρμοστούν στις συνθήκες.
Όπως αποδείχτηκε, το φυλάκιο αποτελούνταν από τρία κτίρια μονάχα. Το ένα ήταν ο πύργος, που χρησίμευε επίσης σαν οπλοστάσιο και στάβλος. Το άλλο ήταν ένα είδος στενόμακρου σπιτιού που ο Χούμα αναγνώρισε ως στρατώνα του λόχου. Το τρίτο και, περιέργως, το πιο ασήμαντο στην όψη από όλα ήταν το κέντρο της διοίκησης και αρχηγείο του Τάγκιν. Όλα ήταν ξύλινα. Ο Χούμα, που είχε μεγαλώσει σε χωριό, ένιωθε πιο άνετα παρά στο περήφανο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ.
Οι κατασκευαστές του φυλακίου το είχαν σχεδιάσει όσο καλύτερα μπορούσαν. Ο Χούμα πρόσεξε ότι το κτίσμα ήταν αρκετά κοντά στο δάσος, για να μπορούν οι ιππότες να βρίσκουν εύκολα κυνήγι και καυσόξυλα, αλλά αρκετά βαθιά στους αγρούς, ώστε, σε περίπτωση επίθεσης, ο εχθρός να είναι αναγκασμένος να τρέξει ακάλυπτος σε μια μεγάλη, ανοιχτή και επίπεδη έκταση. Το νερό το έπαιρναν από ένα μικρό ρυάκι κι ένα βαθύ πηγάδι. Αργότερα ο Χούμα θα ανακάλυπτε ότι οι ιππότες καλλιεργούσαν τη σοδειά τους σε μια οχυρωμένη επέκταση, πίσω από το υπόλοιπο φυλάκιο. Και πάλι ο Χούμα δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει τις διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό το μέρος και τη Σολάμνια.
Ο Τάγκιν διέταξε τον Μπουόρον να του φέρει τους δύο άντρες μόλις πλένονταν κι έτρωγαν. Ο Μάτζιους δήλωσε ωμά πως δε θα μιλούσε σε κανένα αν δεν τον άφηναν να ξεκουραστεί λίγο. Ο διοικητής συνοφρυώθηκε με την αλαζονεία του μάγου, αλλά συγκατατέθηκε.
Ο Χούμα ξύπνησε από τους ήχους των αντρών που ετοιμάζονταν να βγουν έφιπποι. Έριξε μια γοργή ματιά στον Μάτζιους που στριφογύριζε ανήσυχα και ύστερα πήγε στο πλησιέστερο παράθυρο. Κοίταξε έξω. Ο ήλιος έδυε. Μερικοί καλά αρματωμένοι ιππότες έβγαιναν έφιπποι από την πύλη και πολλοί, εκτός από τα συνηθισμένα τους όπλα, είχαν και δίχτυα με βαρίδια. Ο αριθμός των ιππέων ήταν πολύ μεγάλος για περίπολο.
Είδε τον Μπουόρον να περνάει πεζός την πύλη και του έγνεψε. Ο ιππότης του έγνεψε και εκείνος και γύρισε πίσω. Ο Χούμα άρχισε να ντύνεται. Ο Μπουόρον μπήκε στο δωμάτιο.
«Είσαι καλύτερα τώρα;» του μιλούσε χαμηλόφωνα.