Выбрать главу

«Πολύ καλύτερα. Βδομάδες είχα να κοιμηθώ τόσο.» Ο Χούμα δε μίλησε άλλο μέχρι να ντυθεί ολότελα. Ύστερα ο ίδιος και ο Μπουόρον βγήκαν έξω. Στο μεταξύ είχε φύγει και ο τελευταίος ιππέας και η πύλη είχε κλείσει.

Ο Χούμα έδειξε τις πύλες. «Γιατί τόσο βαριά περίπολος; Υπάρχει δραστηριότητα από τα ογκρ;»

Ο Μπουόρον κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει ποτέ. Όχι, αυτό το πρόβλημα είναι περισσότερο τοπικό. Κάνουμε εμπόριο με τα ξωτικά του Κουαλινέστι, αν και τα ίδια είναι μάλλον εσωστρεφή, όπως τα περισσότερα του είδους τους.»

«Κάποιο από τα ξωτικά που βλέπουμε τακτικά μας είπε ότι στην περιοχή παραμονεύει κάποιο θηρίο.» Ο γενειοφόρος ιππότης χαμογέλασε. «Θέλαμε να τα ρωτήσουμε τι έκαναν τόσο μακριά από τη γη τους, αλλά η σχέση μας δεν επέτρεπε τέτοιες ερωτήσεις. Προτιμήσαμε λοιπόν να τα ευχαριστήσουμε και να ψάξουμε τριγύρω.»

«Το είδατε αυτό το πλάσμα;»

«Το λέμε απλώς το Κτήνος. Είναι πονηρό, ίσως είναι ανιχνευτής των ογκρ. Τρεις φορές μας ξεγλίστρησε. Απόψε όμως νομίζουν πως θα μπορέσουν να βρουν το λημέρι του. Με λίγη τύχη, θα το πιάσουν ζωντανό.»

«Για ποιο λόγο;»

«Αν είναι κατάσκοπος, μπορεί να έχει πληροφορίες. Αν είναι κάποιου είδους ζώο, ο Τάγκιν θέλει να το δει. Τα ξωτικά του Κουαλινέστι ανησυχούν πολύ εξαιτίας του. Ο διοικητής θέλει να δει γιατί.»

Ο Άρχοντας Τάγκιν τέλειωνε τις καθημερινές του υποχρεώσεις, όταν ο Μπουόρον οδήγησε σ’ εκείνον τον Χούμα να μιλήσουν. Ο ηλικιωμένος ιππότης χαιρέτησε φιλικά τον επισκέπτη του (εδώ το πρωτόκολλο δεν είχε καμιά αξία), αλλά φαινόταν νευρικός.

«Δεν έχεις ιδέα για την παρούσα κατάσταση;»

Ο Χούμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Καμιά. Ελπίζαμε να ανασυνταχτούμε. Αυτό ξέρω όλο κι όλο.»

«Κατάλαβα.» Ο Τάγκιν τον κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. Ύστερα από κάμποσο ο ηλικιωμένος ιππότης είπε «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Καλό θα ήταν να μάθουν οι άντρες τα νέα πρωί-πρωί, Μπουόρον.»

Ο Μπουόρον, που στεκόταν σιωπηλός καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης, δε δίστασε. «Θα το κάνω εγώ, Άρχοντα Τάγκιν.»

«Ωραία.» Ο διοικητής καθάρισε το τραπέζι όπου δούλευε από ό,τι υπήρχε πάνω του. «Μπορείς να πηγαίνεις, παλικάρι μου.»

Ο Χούμα γύρισε να φύγει μαζί με τον Μπουόρον, αλλά ο Τάγκιν τον σταμάτησε αμέσως. «Όχι εσύ, Ιππότη Χούμα. Έχω ακόμα μερικές ερωτήσεις να σου κάνω. Κάθισε, παρακαλώ.»

Δεν είπαν τίποτα μέχρι να φύγει ο Μπουόρον. Ο Χούμα ένιωθε άβολα μόνος του μπροστά στον Τάγκιν, αλλά είχε αρκετή αυτοκυριαρχία ώστε να μην το δείξει. Ο Τάγκιν έπαιζε τα δάχτυλά του ταμπούρλο πάνω στο τραπέζι. Αφού συμμάζεψε προφανώς τις σκέψεις του, μίλησε.

«Ποιος είναι ο σκοπός του ταξιδιού σου;»

«Άρχοντά μου;»

Η νευρικότητα του γεροντότερου είχε εξαφανιστεί. Η φωνή και η ματιά του ήταν κι οι δυο σταθερές. «Μην κρύβεσαι, Χούμα. Εδώ δεν είσαι στο Βίνγκααρντ. Δε θα σε κατηγορήσω για οτιδήποτε μου πεις. Θα μείνει μεταξύ μας. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι αρκετά καλός κριτής χαρακτήρων και –παρά την παρέα σου– σε εμπιστεύομαι.»

«Ευχαριστώ, άρχοντά μου.»

Ο Τάγκιν χαμογέλασε θλιμμένα με την ευγένεια του ιππότη. «Ξέρω ήδη πολύ καλά την κατάστασή μου και την ηλικία μου. Σε παρακαλώ να με λες Τάγκιν. Λοιπόν, για ποιο λόγο ήρθες εδώ; Μπορώ να σκεφτώ εκατό διαφορετικούς δρόμους που θα σε είχαν φέρει πίσω στο Βίνγκααρντ εδώ και μέρες. Γιατί πήγες νότια; Ο μάγος είναι; Παρά την αγένειά του, φαντάζομαι πως είστε φίλοι.»

«Μαζί μεγαλώσαμε.» Ο Χούμα δίσταζε να επεκταθεί περισσότερο σχετικά με τη φιλία του με τον Μάτζιους.

«Αλήθεια; Ασυνήθιστος συνδυασμός. Πάντως, ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από τα σύμβολα ή τους Χιτώνες – είτε Λευκοί είναι αυτοί, είτε Ερυθροί, είτε και Μαύροι ακόμα.»

«Δεν είναι κακός, Άρχοντα Τάγκιν.»

Ο διοικητής του φυλακίου χαμογέλασε αμυδρά. «Δεν είπα κάτι τέτοιο.»

Ο Χούμα άρχισε να λυγίζει μπροστά στην κατανόηση του άλλου. «Φοβάται για τη ζωή του, αλλά ελπίζει επίσης να δώσει τέλος στον πόλεμο.»

«Ποιο έρχεται πρώτο;»

«Θα…» ο Χούμα σφίχτηκε. «Θα έλεγα ότι θεωρεί τη ζωή του πιο σημαντική.»

«Κατανοητό. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δε θα κάνει ζημιά στον κόσμο.»

Ο Χούμα δε βρήκε τι να απαντήσει.

Ο Άρχοντας Τάγκιν σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. «Γιατί αποφάσισες να πας μαζί του σ’ αυτή την… ας την πούμε αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου; Από φιλία και μόνο;»

«Ναι. Όχι. Και τα δυο.»

Ο γεροντότερος σήκωσε το ένα του φρύδι. «Και τα δυο;»

Για να του δώσει να καταλάβει, έπρεπε πρώτα να του μιλήσει για τη Δοκιμασία και για το πώς είχε επηρεάσει τον Μάτζιους. Ο Ιππότης του Ρόδου τον άκουσε υπομονετικά να του μιλάει για το προαίσθημα θανάτου του Μάτζιους. Η έκφρασή του άλλαξε λιγάκι.