«Υπήρξες πολύ ειλικρινής μαζί μου» είπε ο διοικητής όταν τέλειωσε ο Χούμα. «Θα ήθελα να τα σκεφτώ όλα αυτά και να ξαναμιλήσουμε αύριο.»
Τώρα που είχαν τελειώσει, ο Χούμα ίδρωσε. «Ναι, άρχοντά μου. Ευχαριστώ.»
Ο Τάγκιν κάθισε στην καρέκλα του. «Έχω ζήσει πολλά χρόνια, Χούμα. Έχω δει περισσότερα απ’ όσα νομίζεις. Θα ήθελα να το σκεφτείς αυτό απόψε. Ελεύθερος.»
Ο Χούμα χαιρέτησε κι έφυγε. Μόλις βρέθηκε έξω, ξεφύσησε δυνατά. Βρήκε τον Μπουόρον να τον περιμένει.
«Έχεις πολλή ώρα νηστικός» είπε τελικά ο γενειοφόρος ιππότης. «Θες να φας κάτι;»
Ο Χούμα χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. «Λίγο φαγητό θα ήταν ό,τι πρέπει. Μπορεί να πεινάει και ο Μάτζιους.»
«Μπορεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του. Μάγος είναι.»
Το σχόλιο ήταν πολύ οξύ. Ο Χούμα έριξε μια ματιά στους στρατώνες των ιπποτών. Τελικά απάντησε «Μάλλον κοιμάται ακόμα. Όταν ξυπνήσει, θα πεινάσει.»
«Ωραία.» Ο Μπουόρον τον πήρε μαζί του και ο Χούμα δεν έφερε αντίρρηση.
Έπεσε η νύχτα, προχώρησε και τελικά έφυγε κι αυτή. Ο Μάτζιους εξακολουθούσε να κοιμάται. Ο Χούμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μάγος το έκανε επίτηδες για να πάρει δυνάμεις. Έτσι όπως φαινόταν ωχρός και άκαμπτος σαν πτώμα, θα μπορούσε να είναι νεκρός. Αλλά ο Χούμα τού πήρε το σφυγμό και δεν αντιλήφθηκε τίποτα στραβό.
Καθώς περνούσε η πρώτη ώρα της ημέρας, ο φρουρός έβγαλε μια φωνή ότι η περίπολος γύρισε επιτέλους. Οι άντρες έτρεξαν να ανοίξουν τις πύλες, με τα σενάρια σχετικά με το κυνήγι να οργιάζουν. Ο Χούμα βρήκε τον Μπουόρον και ανακατεύτηκαν με τους υπόλοιπους. Ο Τάγκιν βγήκε από το οίκημά του και τους κοίταζε από μακριά.
Ο πρώτος που έφτασε στην πύλη κοίταξε από μια τρύπα και στράφηκε ανάστατος στους άλλους. «Κάτι φέρνουν!»
Ο Τάγκιν έσπευσε κοντά τους. «Όσοι έχουν βάρδια να γυρίσουν στις θέσεις τους. Μα την Τριανδρία, εδώ είναι στρατός, δεν είναι τσίρκο! Θα το δείτε σύντομα, αν είναι όντως κάποιο ζώο!»
Οι πύλες άνοιξαν και η ομάδα μπήκε κουρασμένη αλλά θριαμβευτική. Μερικοί φαίνονταν τραυματισμένοι, αλλά ο Μπουόρον ψιθύρισε πως είχαν επιστρέψει όλοι.
Το Κτήνος δεν ήταν ορατό έτσι μπερδεμένο που ήταν στα δίχτυα. Φαίνονταν μερικά κομμάτια καφετιάς γούνας, αλλά η φύση του παρέμενε κρυμμένη: το πλάσμα είχε αναγκαστεί να γίνει κουβάρι. Ρουθούνιζε και γρύλιζε.
Ο Τάγκιν είπε να το σύρουν σ’ ένα κλουβί, φτιαγμένο επίτηδες μέρες πριν. Ενώ ο Χούμα κοίταζε, κάμποσοι ιππότες έπιασαν το δεμένο όγκο και τον τράβηξαν μέσα στο κλουβί. Το Κτήνος συσπάστηκε και μερικά από τα λουριά του χαλάρωσαν. Οι ιππότες βγήκαν βιαστικά από το μαντρί, ενώ εκείνο συνέχιζε τις προσπάθειες για να λευτερωθεί.
Ο περιπολάρχης πλησίασε τον Άρχοντα Τάγκιν και χαιρέτησε. «Το βρήκαμε στη ρεματιά. Είχε σκοτώσει ένα ελάφι πρόσφατα και το έτρωγε. Μας μύρισε, αλλά το είχαμε πια κυκλώσει. Τους πρώτους που πήγαν να το πιάσουν τους τράβηξε μέσα. Και άλλοι τραυματίστηκαν προσπαθώντας να σώσουν τους πρώτους. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως θα αναγκαζόμασταν να το σκοτώσουμε. Ευτυχώς δε χρειάστηκε. Μπερδεύτηκε στα δίχτυα και το πιάσαμε.»
Ο γεροντότερος ιππότης έγνεψε καταφατικά. «Ο Πάλανταϊν σάς φύλαξε – είναι φανερό. Χαίρομαι που δε σκοτώθηκε κανείς. Το κλουβί πρέπει να το αντέξει.»
«Καλύτερα να μην το λέμε “κλουβί”. “Φυλακή” θα ήταν σωστότερος όρος, άρχοντά μου.»
«Φυλακή;» Δίπλα του, ο Μπουόρον με τον Χούμα αλληλοκοιτάχτηκαν. «Τι πιάσαμε;»
Το Κτήνος ήταν ακόμα μη αναγνωρίσιμο, μια και είχε καταφέρει να λευτερώσει τα άκρα του, αλλά χωρίς να αποκαλύψει τη μορφή του. Πλέον όμως ήταν φανερό ότι μερικά από τα μουγκρητά του ήταν πνιγμένες λέξεις.
Ο περιπολάρχης φαινόταν εξαιρετικά περήφανος. «Ένας κατάσκοπος της δρακοβασίλισσας! Ένα από τα άσχημα όντα του Βορρά. Επιτέλους, ο πόλεμος έφτασε μέχρι εδώ.»
Στο μάτι του ιππότη υπήρχε μια λάμψη που ο Χούμα, τουλάχιστον, τη βρήκε ανησυχητική.
Ο Τάγκιν πλησίασε περισσότερο το κλουβί-φυλακή. Το Κτήνος είχε –επιτέλους– αρχίσει να σκίζει τα δίχτυα που το κάλυπταν ακόμα. «Μα την κατάρα του Σαργκόνας! Θα σας ξεσκίσω όλους!»
Ο Χούμα κοκάλωσε. Ο Μπουόρον τον κοίταξε απορώντας που είχε ξαφνιαστεί τόσο στη θέα του Κτήνους. Μια και είχε έρθει πρόσφατα από το Βορρά, θα έπρεπε να είναι εξοικειωμένος με αυτά τα πλάσματα.
Το Κτήνος τράβηξε και τα τελευταία δίχτυα από το κερασφόρο κεφάλι του. Στράφηκε στους δεσμοφύλακές του βαριανασαίνοντας. Με μανία που πάγωνε το αίμα, τράνταξε τις μπάρες της καινούριας του φυλακής.
«Ηλίθιοι! Δειλοί! Ας μονομαχήσει ένας σας μαζί μου! Δώστε μου μια τίμια ευκαιρία! Πού είναι η περιβόητη τιμή σας!»
Από το σημείο που στεκόταν το Κτήνος δεν έβλεπε τον Χούμα. Ο Χούμα όμως το έβλεπε μια χαρά. Κοίταζε με γουρλωμένα μάτια τον πελώριο κτηνάνθρωπο και αναρωτιόταν πώς στην ευχή θα κατάφερνε να σώσει το μινώταυρο από την εκτέλεση.