Выбрать главу

Κεφαλαίο 14

Ο πρώτος στον οποίο εμπιστεύτηκε το μυστικό ήταν ο Μπουόρον. «Είσαι τυχερός που δε σε πρόσεξε κανένας» είπε ο γενειοφόρος ιππότης. «Άνοιξες το στόμα σου σαν χάννος με το που τον έφεραν.»

Ο Χούμα κούνησε το κεφάλι. «Έμεινα εμβρόντητος. Τελευταία φορά που είδα τον Καζ, αυτός τραβούσε βόρεια κι εγώ κάλπαζα νότια. Μας ακολουθούσαν ένα σωρό εχθροί. Εγώ φαίνεται πως ήμουν το κυρίως θήραμα, γιατί ακολούθησαν εμένα.»

«Και το πλήρωσαν» παρατήρησε ήσυχα ο Μπουόρον. Ο Χούμα τού είχε διηγηθεί αυτό το περιστατικό χωρίς σάλτσες. Ο άλλος είχε εντυπωσιαστεί.

«Μου κάνει μεγάλη εντύπωση που βρίσκεται εδώ ο Καζ και που έφτασε τουλάχιστον δύο μέρες πριν από μένα. Πρέπει να στράφηκε σχεδόν αμέσως νότια και να με έχασε παρά τρίχα. Αφού χωρίσαμε, εγώ αναγκάστηκα να διώξω το άλογό μου ελπίζοντας ότι θα παράσερνε μακριά τους διώκτες μου. Μετά από αυτό, ήμουν πεζός για κάμποσο διάστημα. Αλλά και πάλι, για να φτάσει μέχρι εδώ πέρα, θα πρέπει να κάλπαζε σαν τρελός. Πρέπει να έχασε κι αυτός το άλογό του λίγο μετά από μένα.»

«Ήξερε προς τα πού πήγαινες;»

Ο Χούμα σκέφτηκε πολλή ώρα. Του φαινόταν τόσο μακρινό. «Αρκετά τουλάχιστον, για να κινηθεί νοτιοδυτικά.»

Ο Μπουόρον κοίταξε από το παράθυρο προς το μέρος του κλουβιού. Ο Καζ ήταν βυθισμένος σ’ ένα βλοσυρό θυμό. «Υπάρχουν πολλά μονοπάτια που θα μπορούσε ένα διαλέξει ένας καλός πολεμιστής για να ταξιδέψει με ασφάλεια. Πρέπει να ανακάλυψε κι εκείνος την ύπαρξή μας σ’ αυτό το μέρος και να συμπέρανε ότι θα σταματούσες εδώ. Ίσως μάλιστα να υπέθεσε ότι αυτός ήταν ο προορισμός σου.»

Αυτό φάνηκε κάπως λογικό στον Χούμα. «Πράγματι, ανέφερα ότι ήθελα να γυρίσω στους ιππότες. Μπορεί να υπέθεσε ότι, αφού δεν μπορούσα να γυρίσω στη Σολάμνια, θα ερχόμουν εδώ.»

«Ή…» Ο Μπουόρον δίστασε. «Ή είναι όντως κατάσκοπος και αυτή ήταν η πρόθεσή του από την αρχή.»

«Όχι.» Ο Χούμα τελευταία αμφέβαλλε για πολλά, αλλά η αφοσίωση του μινώταυρου ήταν αναμφισβήτητη.

«Μπορεί να δυσκολευτείς να πείσεις γι’ αυτό τους υπόλοιπους. Ο μινώταυρος είναι μινώταυρος. Θα τον ανακρίνουν και –είτε μιλήσει είτε όχι– μάλλον θα τον εκτελέσουν.»

«Για ποιο λόγο; Το μόνο που έκανε ήταν να αμυνθεί.»

Ο Μπουόρον μόρφασε. «Δεν άκουσες τι σου είπα; Είναι μινώταυρος. Δε χρειάζονται άλλο λόγο.»

Ο Χούμα βημάτισε νευρικά. «Πρέπει να μιλήσω με τον Τάγκιν.»

«Βιάσου λοιπόν! Η ανάκριση θ’ αρχίσει αύριο, μετά την πρωινή βάρδια μάλλον.»

«Θα είναι ο Τάγκιν στα διαμερίσματά του τώρα;»

«Δε νομίζω. Ως Ιππότης του Ρόδου, αυτή τη στιγμή θα κάνει την καθημερινή του προσευχή. Ο μόνος λόγος που την καθυστέρησε σήμερα είναι το κυνήγι. Και μια και το αναφέραμε, μπόρεσες να γαληνέψεις καθόλου την ψυχή σου τελευταία;»

Ο Χούμα σταμάτησε το πήγαινε-έλα χλομιάζοντας. «Όχι. Θα μου άξιζε να πάρει ο Πάλανταϊν το βλέμμα του από πάνω μου για πάντα.»

Ο Μπουόρον κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Νομίζω πως ο Πάλανταϊν δεν είναι τόσο σκληρός. Έλα.»

Μετά την προσευχή, ο Τάγκιν δεν μπόρεσε να δει τον Χούμα. Είχε σύσκεψη με τους υπαρχηγούς του και τον περιπολάρχη. Ο Χούμα είχε τη φρόνηση να μην επιμείνει. Το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να λιγοστέψει τις πιθανότητές του να τους πείσει να ελευθερώσουν τον Καζ.

Μια και οι αρχηγοί ήταν απασχολημένοι, ο Χούμα αποφάσισε να αντιμετωπίσει το μινώταυρο. Δεν ήταν σωστό να παριστάνει πως δε γνώριζε τον τεράστιο ανατολίτη. Ο Καζ τού είχε φερθεί πάντα με εντιμότητα.

Ο τόπος περιορισμού του μινώταυρου ήταν ένα κλουβί σαν αυτά που χρησιμοποιούν οι περιοδεύοντες θίασοι για τα εξωτικά τους ζώα: ένα μεταλλικό κλουβί με κάγκελα, μια μοναδική πόρτα και πάτωμα στρωμένο με χορτάρι και άχυρα. Ο Καζ δε βημάτιζε πέρα-δώθε. Αντίθετα, καθόταν και κοίταζε δύσθυμα το μίγμα κρέατος και δημητριακών που του είχαν δώσει οι δεσμοφυλακές του. Δεν ήταν λαχταριστό ούτε στο ελάχιστο και ο Χούμα αναρωτήθηκε αν η γεύση του ήταν τόσο απαίσια όσο η όψη του.

Δυο ιππότες φρουρούσαν το κλουβί κι έκλεισαν αμέσως το δρόμο του Χούμα.

«Μπορώ να ανακρίνω τον κρατούμενο;»

«Αυτό θα το κάνει ο άρχοντας διοικητής. Όποιος θέλει, μπορεί να παρακολουθήσει.»

«Μπορώ τουλάχιστον να του μιλήσω;»

Ο δυο ιππότες αλληλοκοιτάχτηκαν. Σίγουρα απορούσαν γιατί ένας δικός τους να θέλει να μιλήσει με ένα αιχμάλωτο μινώταυρο. Τελικά, εκείνος που είχε μιλήσει πρώτος απάντησε «Όχι χωρίς την άδεια του άρχοντα διοικητή.»

Στο μεταξύ ο Καζ είχε ακούσει τις φωνές. Άργησε να αντιδράσει, ίσως επειδή δεν ήταν σίγουρος τίνος τη φωνή άκουγε. Ύστερα γύρισε ξαφνικά και όρμησε στις μπάρες.