Выбрать главу

«Χούμα!»

Οι δυο φρουροί αναπήδησαν κι εκείνος που ήταν προφανώς επικεφαλής χτύπησε την ντυμένη με ατσάλι γροθιά του στο κάγκελο, αρκετά μακριά από το μινώταυρο, για να μην μπορεί να την αρπάξει. «Σιωπή, Κτήνος! Θα έχεις την ευκαιρία να μιλήσεις όταν αρχίσει η ανάκριση.»

Ο Καζ ρουθούνισε αγριεμένος. «Θεωρούσα έντιμους τους ιππότες, αλλά βλέπω ότι λίγοι από αυτούς έχουν τιμή!» Πέρασε το μακρύ, μυώδες μπράτσο του ανάμεσα στα κάγκελα, με την παλάμη ανοιχτή, σαν να παρακαλούσε. «Χούμα! Βγάλε με από αυτό το κλουβί!»

Οι ιππότες κοίταξαν τον Χούμα στενεύοντας τα μάτια. «Φαίνεται να σε ξέρει καλά. Πώς γίνεται αυτό;»

«Γνωριζόμαστε κι έχουμε ταξιδέψει μαζί, δεν είναι δούλος της δρακοβασίλισσας. Είναι κύριος του εαυτού του. Είναι φίλος.»

«Φίλος;» Οι φρουροί κοίταξαν τον Χούμα έκπληκτοι και γεμάτοι αμφιβολία. Και άλλοι ιππότες άρχιζαν να μαζεύονται, περίεργοι για το τι ήταν όλες αυτές οι φωνές.

Τελικά μίλησε κι ο άλλος φρουρός. «Κέιλεμπ, ίσως πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Τάγκιν.»

«Δεν τον διακόπτω τώρα.» Ο Κέιλεμπ –ένας ψηλός, εύσωμος άντρας με όψη σαρκοφάγου– έδειξε τον Χούμα. «Αν δεν ήξερα την αλήθεια, θα σε περνούσα για κατάσκοπο, αφού συναναστρέφεσαι με μάγους και μινώταυρους. Όπως έχουν τα πράγματα, νομίζω πως είσαι ανόητος. Αν θες να μιλήσεις με αυτό το πλάσμα, ρώτα τον Τάγκιν. Εγώ, αν περνούσε από το χέρι μου, θα σε κλείδωνα μέχρι την ανάκριση.»

Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας και ο Χούμα ξαφνιάστηκε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από συμπαθής ξένος είχε γίνει κάτι σαν απόβλητος.

«Τι συμβαίνει εδώ;»

Στο άκουσμα αυτής της φωνής πάγωσαν όλοι – ακόμα και ο Καζ. Ήταν ο Άρχοντας Τάγκιν, ντυμένος με την επίσημη πανοπλία του. Τουλάχιστον είκοσι χρόνια είχαν περάσει πάνω από το πρόσωπό του. Ήταν πλέον η προσωποποίηση της εξουσίας.

«Άντρες, τελευταία έχετε αρχίσει να γίνεστε όχλος. Βλέπω πως θα χρειαστεί να κάνω αλλαγές.» Ο Τάγκιν στράφηκε στον Χούμα. «Μου είπαν πως γνωρίζεις κάπως το μινώταυρο.» Πίσω από τον διοικητή, ο Μπουόρον χαμήλωσε τα μάτια. «Η ανάκριση αρχίζει σε μισή ώρα. Θέλω να είσαι παρών και προετοιμασμένος. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, άρχοντά μου.»

Ο Τάγκιν γύρισε στους φρουρούς. «Όσο για σας, υπάρχουν κανόνες της Ιπποσύνης που μάλλον αγνοείτε. Έχω την απαίτηση να διδαχτείτε και οι δυο σας από αυτό το περιστατικό.»

Ο Ιππότης του Ρόδου δεν περίμενε την απάντησή τους. Αντί γι’ αυτό, τους προσπέρασε και πλησίασε το κλουβί. Ο Καζ τον αγριοκοίταξε. Ο Τάγκιν έμεινε απαθής.

«Μάθε αυτό, μινώταυρε. Οι βασικές αρχές της Ιπποσύνης παραμένουν οι ίδιες. Η ανάκρισή σου θα είναι αμερόληπτη. Θα σου δοθεί κάθε ευκαιρία να αποδείξεις ότι λες αλήθεια, όπως και ο ιππότης αποδώ. Αυτό σ’ το υπόσχομαι.»

Ο Καζ δεν απάντησε. Έγνεψε μόνο ελάχιστα, καταφατικά.

Ο Τάγκιν έκανε μεταβολή και τράβηξε κατά το αρχηγείο του.

«Δεν παύεις να με εκπλήσσεις με την ικανότητά σου να γίνεσαι πάντα το επίκεντρο, Χούμα.»

Ο Χούμα και ο Μπουόρον σήκωσαν τα μάτια μπαίνοντας στο στρατώνα των ιπποτών. Ο Μάτζιους, λαμπρός μέσα στους ερυθρούς του χιτώνες, τους κοίταζε από την άλλη άκρη της αίθουσας. Είχε άραγε επιστρέψει όντως στην τάξη της Λουνιτάρι ή ήταν και αυτή άλλη μια από τις λόξες του;

«Ο μάγος επιστρέφει στη γη των ζωντανών» παρατήρησε στεγνά ο Μπουόρον.

Ο μάγος σάλεψε. «Μα την αλήθεια, Χούμα, το μόνο πράγμα που είναι πιο ανόητο από εσένα τον ίδιο, που πας κι έρχεσαι μέσα σε λωρίδες μετάλλου, είναι οι παρέες σου. Εξαιρούμαι εγώ, βέβαια.»

«Αν δεν έχεις να πεις κάτι σημαντικό, Μάτζιους, μη λες τίποτα.» Ο Χούμα ξαφνιάστηκε από το ίδιο του το σχόλιο.

Ο Μάτζιους τον αγνόησε. «Βλέπω ότι ο μινώταυρος κατάφερε να μπλέξει σε φασαρίες. Δεν έχουμε καθόλου χρόνο για τέτοια. Αν δε χρειαζόμουν ανάπαυση, θα είχαμε φύγει από χτες το βράδυ.»

Ο Μπουόρον χαμογέλασε με κακία. «Χωρίς την άδεια του Τάγκιν, δεν πας πουθενά.»

«Αλήθεια;»

«Όχι μαζί μου, Μάτζιους. Όχι, αν δεν ελευθερωθεί ο Καζ» πρόσθεσε ο Χούμα.

Ο μάγος αναστέναξε. «Πολύ καλά. Ελπίζω να μην πάρει πολλή ώρα. Ξέρω πόσο χρονοβόρα και βαρετή μπορεί να είναι μια ανάκριση.»

«Χούμα, είναι στ’ αλήθεια φίλος σου αυτή η λέρα;» μπήκε στη μέση ο Μπουόρον.

«Απίστευτο, ε; Πάντως ελπίζω ακόμα να βρω στο βάθος τον παλιό Μάτζιους.»

Αυτή τη φορά ο μάγος δεν απάντησε. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Χούμα και άρχισε να παρατηρεί κάτι ενδιαφέρον στο ραβδί του.

«Θα έρθεις μαζί μου, Μάτζιους;»

Ο παιδικός του φίλος σήκωσε τα μάτια. «Σε μια ανάκριση; Όχι βέβαια. Μπορεί να αποφασίσουν να δικάσουν κι εμένα. Θα περιμένω εδώ το αποτέλεσμα.»

Ο Χούμα άφησε ένα στεναγμό, αν και κανείς δεν ήξερε αν ήταν από ανακούφιση ή από ανησυχία.