«Είμαι απόγονος μιας γενιάς που έχει βγάλει τουλάχιστον δώδεκα προμάχους της φυλής μου.» Το αίμα δεν είχε την ίδια αξία στη γη των μινώταυρων όσο στους αριστοκρατικούς ιππότες της Σολάμνια, αλλά μια γενεαλογία προμάχων τύχαινε μεγάλου θαυμασμού από τους μινώταυρους. Για τους ιππότες ήταν σαν να αυτοαποκαλούνταν ο Καζ ευγενής της φυλής του.
Ο Τάγκιν χαιρέτησε το μινώταυρο κι ύστερα σοβάρεψε. «Όταν φύγουν οι άλλοι, θέλω να μιλήσουμε. Έχω καλέσει και το μάγο.»
Η αίθουσα δεν άργησε να αδειάσει. Με μια ματιά του διοικητή, ο Μπουόρον αποχώρησε και αυτός. Ο Καζ φάνηκε να ξαφνιάζεται, αλλά ο Άρχοντας Τάγκιν δεν είπε τίποτα μέχρι να φτάσει ο Μάτζιους.
Με φανερό δισταγμό, ο μάγος μπήκε στην αίθουσα. Ο Καζ σφίχτηκε και τα μάτια του κοκκίνισαν από οργή. Ο Χούμα φοβήθηκε ότι θα του ορμούσε, αλλά ο Καζ συγκρατήθηκε. Ο Μάτζιους έκανε λες και η τεράστια μορφή δεν ήταν καν εκεί.
«Αποφάσισα να έρθω αφού με ζήτησες, Άρχοντα Τάγκιν.»
«Τι ευγενικό εκ μέρους σου!» Όπως ο Μπουόρον, έτσι και ο ηλικιωμένος ιππότης δεν είχε πια διάθεση να κρύψει την έχθρα του για το μάγο. «Αποφάσισα να σας επιτρέψω να συνεχίσετε το ταξίδι σας – και μάλιστα να σας δώσω και συνοδεία.»
Ο Μάτζιους πήρε μια ανάσα. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, Άρχοντα Τάγκιν, αλλά δε χρειαζόμαστε συνοδεία. Ο Χούμα και εγώ μπορούμε να τα καταφέρουμε και μόνοι μας.»
«Αλλά δε θα είστε μόνοι, σπορά του λύκου» σφύριξε ο Καζ. «Συνοδεία-ξεσυνοδεία, θα έρθω κι εγώ μαζί σας.»
Ο Τάγκιν σήκωσε το χέρι του για να σωπάσουν. «Δεν έχετε άλλη επιλογή. Θα συνοδεύεστε οπωσδήποτε. Δεν είναι από ευγένεια. Είναι απαίτηση, αν θέλετε να συνεχίσετε αυτή την… αναζήτηση.»
Ο Μάτζιους αγριοκοίταξε ανοιχτά τον Χούμα. «Κι ορκίστηκες να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό. Η γλώσσα σου πάει ροδάνι, βλέπω.»
Ο Χούμα θύμωσε, αλλά δε θα του έκανε τη χάρη να μπλέξει σε έναν παιδαριώδη καβγά.
Ο διοικητής του φυλακίου πλησίασε τον Μάτζιους τόσο που τα πρόσωπά τους δεν απείχαν παρά μία παλάμη. «Φεύγετε αύριο το πρωί, με την αυγή. Ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Αν σκέφτεσαι να το σκάσεις κρυφά, μην μπεις στον κόπο. Θα σε βρούμε και τότε θα σε βάλω φυλακή. Μπορούμε να φυλακίσουμε και μάγους. Πίστεψέ με.»
Ο Χούμα ευχαριστήθηκε ιδιαίτερα βλέποντας τον Μάτζιους να υποχωρεί πρώτος. «Πολύ καλά. Μια και προφανώς δεν έχουμε άλλη επιλογή…»
«Δεν έχετε.»
Ο Μάτζιους γύρισε στον Χούμα και του έδειξε το μινώταυρο. «Πρέπει να έρθει κι αυτός μαζί μας;» ρώτησε.
«Απαραιτήτως.» Στην απάντηση του Χούμα πρόσθεσε και ο Καζ ένα γρύλισμα, δείχνοντας τα δόντια του.
«Το πρωί λοιπόν.» Ο Μάτζιους στράφηκε ξανά στον Άρχοντα Τάγκιν. «Τελειώσαμε;»
«Όχι. Αν κατάλαβα καλά, όλα αυτά βασίζονται σ’ ένα όνειρο;»
Ο μάγος χαμογέλασε. Φαινόταν λυπημένος. «Η Δοκιμασία δεν ήταν όνειρο. “Εφιάλτης” θα ήταν η σωστή λέξη. Ένας εφιάλτης που ελπίζω να μπορέσω ν’ αλλάξω.»
Ο Τάγκιν τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Δεν του τα ’χεις πει όλα, ε, Μάτζιους;»
Τα μάτια του Χούμα γούρλωσαν και, βλέποντας τον Μάτζιους να αργεί να απαντήσει, γούρλωσαν ακόμα περισσότερο.
Ο μάγος κοίταξε τους άλλους και υστέρα στράφηκε απότομα προς την πόρτα. «Όχι. Θα το κάνω όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή.»
Τον παρακολούθησαν να φεύγει.
«Πρόσεχε τον, Χούμα» ψιθύρισε τελικά ο Τάγκιν. «Όχι μόνο για το δικό σας καλό, αλλά και για το δικό του.»
Ο νεότερος ιππότης δεν μπόρεσε παρά να γνέψει καταφατικά. Και πάλι αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να πιστέψει πια τον Μάτζιους.
Ένας ιππότης στεκόταν σκοπός στην ψηλότερη κορυφή. Είχε κατεβασμένη την προσωπίδα της περικεφαλαίας του κι έτσι ήταν αδύνατο να τον αναγνωρίσει κανείς. Φορούσε το έμβλημα των Ιπποτών του Ρόδου και στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα υπέροχο σπαθί. Φαινόταν σαν να πρόσφερε το όπλο στον Χούμα.
Ο Χούμα σύρθηκε πάνω από το γκρεμό και το φαράγγι. Έχασε την ισορροπία του πάνω από δέκα φορές, αλλά κάθε φορά την ξανάβρισκε πριν πέσει. Αν και κόντευε στην κορυφή, ο άλλος ιππότης δεν τον βοήθησε. Αντί γι’ αυτό, η παράξενη μορφή συνέχισε να κρατάει τεντωμένο το σπαθί.
Ο Χούμα προχώρησε σκοντάφτοντας και δέχτηκε το προσφερόμενο όπλο. Ήταν όμορφο σπαθί – αρχαίο. Ο Χούμα έσκισε τον αέρα τρεις φορές. Ο άλλος τον κοίταζε.
Ο νεαρός ιππότης τον ευχαρίστησε για το όπλο και τον ρώτησε πώς τον έλεγαν. Ο ιππότης με την προσωπίδα δεν απάντησε. Θυμώνοντας ξαφνικά, ο Χούμα τον πλησίασε και του σήκωσε την προσωπίδα.
Ποτέ του δεν κατάλαβε τι είδε γιατί κάτι ούρλιαξε και ο Χούμα τινάχτηκε όρθιος στο στρώμα, με το όνειρο χίλια κομμάτια.
Ο Τάγκιν φρόντισε να διαπιστώσει ότι τίποτα δεν πήγαινε στραβά. Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στις αντιδράσεις του Μάτζιους, αλλά εκείνο το πρωί ο μάγος φερόταν πολύ καλά.