Выбрать главу

Έφτασε η συνοδεία. Δέκα άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά. Ο Χούμα είδε με ανακούφιση ότι ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Μπουόρον.

Όταν ήταν όλοι έτοιμοι και πάνω στα άλογά τους, ο Μπουόρον έδωσε το σινιάλο να ανοίξουν οι πύλες. Καθώς έβγαιναν, ένας-ένας οι άντρες, με εξαίρεση τον Μάτζιους και τον Καζ, χαιρετούσαν το διοικητή. Ο Άρχοντας Τάγκιν δεν είχε πει τίποτα στον Χούμα εκείνο το πρωί, αλλά του ανταπόδωσε το χαιρετισμό μ’ ένα ελαφρύ, καθησυχαστικό νεύμα.

Η διαδρομή τους θα ήταν σε ανοιχτό πεδίο σε ολόκληρο το ταξίδι, προσφέροντάς τους μια ανεμπόδιστη θέα των οροσειρών. Απείχαν αρκετών ημερών πορεία από τον προορισμό τους. Ο Χούμα αναρωτήθηκε ποια κορυφή να αναζητούσε ο Μάτζιους και τι περίμενε να βρει. Ο μάγος ήταν πολύ ήσυχος. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που άφησαν το φυλάκιο τα μάτια του ήταν καρφωμένα στις βουνοκορφές. Κοίταζε τους πελώριους πέτρινους γίγαντες λες και από αυτούς κρεμόταν η ζωή του – πράγμα μάλλον πιθανό άλλωστε.

Αν είχε κοιτάξει πίσω του εκείνη τη στιγμή, ο Χούμα μπορεί να πρόσεχε τη γοργή μορφή που τιναζόταν από τη μια κρυψώνα στην άλλη. Αδιαφορούσε που ήταν μέρα, πράγμα που έβλαπτε το είδος του, αφού δε θεωρούσε τον εαυτό του παρά προέκταση του αφέντη του. Όμως σε όλο το μακρύ αυτό ταξίδι ήταν τα μάτια και τα αυτιά εκείνου που στα χέρια του βρισκόταν η ζωή του. Για χάρη του άντεχε το κάψιμο και τον πόνο του ηλιακού φωτός, που διαπερνούσε ακόμα και τα αιώνια σύννεφα.

Όπου κι αν πήγαιναν ο ιππότης με το μάγο, ο ντρέντγουλφ θα τους ακολουθούσε.

Κεφαλαίο 15

Οι πελώριοι γίγαντες διαγράφονταν από πάνω τους αδιάφοροι για τα μικροσκοπικά, ανήσυχα πλάσματα που κινούνταν στο απώτατο άκρο τους. Τα βουνά, όπως φαίνονταν από απόσταση, ήταν μεγαλόπρεπα. Από κοντά ήταν υποβλητικά. Ούτε ο Μάτζιους δε μιλούσε. Όλοι τους, σαν ένας, δεν μπορούσαν παρά να τα κοιτάζουν.

Τα βουνά ήταν πολύ παλιά, πολύ αρχαιότερα από τα βουνά της Ανατολής, ακόμη και του Βορρά. Πολλές κορυφές χάνονταν μέσα στα σύννεφα μαρτυρώντας το ασύλληπτο ύψος τους. Ο χρόνος τα είχε αλλοιώσει τόσο που μερικά έμοιαζαν με κελύφη γιγάντιων θαλάσσιων πλασμάτων. Ο άνεμος –πάντοτε παρών και δέκα φορές πιο άγριος από αυτόν της πεδιάδας– χόρευε ανάμεσα στις κορυφές, ουρλιάζοντας σχεδόν ανθρώπινα.

«Σάργκας» ψιθύρισε ο Καζ. Κανείς δεν τον παρατήρησε για το χαμηλόφωνο θαυμασμό.

Αυτός που τους έβγαλε από την περισυλλογή ήταν βέβαια ο Μάτζιους. Σάλευε άβολα πάνω στο υποζύγιό του, με το βλέμμα καρφωμένο την περισσότερη ώρα στις κορυφές που βρίσκονταν στην καρδιά της οροσειράς. «Αν κάτσουμε εδώ με το στόμα ανοιχτό, δε θα κάνουμε τίποτα. Είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε, Χούμα;»

Ο Χούμα δίστασε. «Ναι, έτσι νομίζω. Καζ;»

Ο μινώταυρος σήκωσε τα μάτια στις βουνοκορφές και, επιτέλους, χαμογέλασε. «Τέτοια τοπία μού είναι πολύ οικεία, φίλοι μου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό.»

«Θα σας περιμένουμε εδώ τρεις μέρες, για προφύλαξη» είπε ο Μπουόρον.

Ο Μάτζιους πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε περιφρονητικά, πέρα. «Δε χρειάζεται.»

«Εμείς θα μείνουμε. Δεν έχει σημασία το τι λες εσύ.»

«Πάμε λοιπόν» πετάχτηκε βιαστικά ο Χούμα. Είχε μεγάλη επιθυμία να ξεμπερδεύουν μ’ αυτή την ιστορία, αν ήταν δυνατόν δηλαδή.

«Σύμφωνοι.» Ο Μάτζιους σπιρούνισε το άλογό του.

«Χούμα» είπε σοβαρά ο Μπουόρον και του άπλωσε το χέρι. Το πρόσωπό του ήταν ίδιο με τα βουνά μπροστά τους: σκληροτράχηλο, αλλά θαυμαστό με τον τρόπο του. «Είθε να σε φυλάει ο Πάλανταϊν.»

«Κι εσένα επίσης.»

Οι υπόλοιποι ιππότες τον χαιρέτησαν με μια κίνηση του κεφαλιού καθώς περνούσε από μπροστά τους. Ο Χούμα δε γύρισε να κοιτάξει πίσω του, καθώς φοβόταν ότι θα υπέκυπτε στην επιθυμία του να γυρίσει πίσω αντί να ριχτεί σε μια –ανόητη ίσως– αναζήτηση. Ωστόσο, στον Καζ και στον Μάτζιους δεν έδειξε το παραμικρό ίχνος φόβου. Ένας ιππότης σαν τον Μπένετ θα ορμούσε στο βουνό έτοιμος να τα βάλει με την ίδια τη δρακοβασίλισσα αν χρειαζόταν. Ο Χούμα ήξερε ότι ποτέ δε θα έκανε κάτι τέτοιο, αλλά θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του με αξιοπρέπεια.

Σε λίγο είχαν μπει ανάμεσα στα βουνά. Οι κορυφές υψώνονταν ολόγυρά τους σε φανταστικούς τοίχους και φραγμούς έτοιμους –λες και τους περίμεναν– να κλείσουν εξαφανίζοντας κάθε ίχνος αυτών των μικροσκοπικών πλασμάτων που τολμούσαν να τις μολύνουν.

«Κάτι τέτοια βουνά με κάνουν να καταλάβω πώς νιώθουν τα έντομα» σχολίασε ο Καζ.

Μπροστά τους ο Μάτζιους γέλασε περιφρονητικά. «Δεν είναι παρά σωροί βράχων. Εντυπωσιακοί στην αρχή, αλλά άξιοι τόσου σεβασμού όσου αρμόζει και σ’ ένα βότσαλο της όχθης.»

«Άρα, ποτέ σου δεν έμαθες στ’ αλήθεια τα βουνά. Πρόσεχε μη σε θάψουν κάτω από την ασημαντότητά τους.»