Ακούστηκε μια κραυγή σαν να ερχόταν από κάπου ανάμεσα στα βουνά. Ήταν μια άγρια κραυγή αρπακτικού – και οι τρεις καβαλάρηδες κοίταξαν γρήγορα ολόγυρά τους.
Τα δευτερόλεπτα περνούσαν και δε φαινόταν τίποτα. Ο Καζ στράφηκε στον Μάτζιους. «Τι ήταν αυτό; Σου είναι γνώριμος ο ήχος;»
Ο μάγος είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του και την αλαζονεία του μαζί. «Κάποιο πουλί ίσως. Ή ακόμα και κάνας δράκος. Δε θα με εξέπληττε αν διαπίστωνα πως ζουν δράκοι εδώ.»
«Εδώ;» Ο Χούμα είδε ξαφνικά με τη φαντασία του πελώριους κόκκινους δράκους να κατεβαίνουν από τον ουρανό πάνω στην άμοιρη ομάδα. Μπορεί ο Μάτζιους να κατάφερνε να τους κρατήσει προσωρινά σε απόσταση, αλλά ούτε ο Καζ ούτε ο Χούμα είχαν την παραμικρή ελπίδα να γλιτώσουν. Η βαριά σπάθα δεν άξιζε πολλά μπροστά στο φολιδωτό πετσί των δράκων.
Το φιδωτό μονοπάτι περνούσε μέσα από διαδοχικές πλαγιές, βράχους με επίπεδες προεξοχές και επικίνδυνες στροφές. Ο Μπουόρον τούς είχε πει ότι το μονοπάτι το είχαν φτιάξει νάνοι που είχαν εγκαταλείψει από καιρό την περιοχή και ήταν το μοναδικό που έδινε στους ταξιδιώτες κάποια ελπίδα να φτάσουν στην άλλη πλευρά των βουνών. Οι ιππότες ταξίδευαν στα βουνά όσο λιγότερο γινόταν, όχι γιατί φοβούνταν αλλά επειδή ήξεραν ότι ακόμα και οι λιγοστοί ληστές της περιοχής έμεναν μακριά από την κορυφογραμμή.
Ο άνεμος χτυπούσε άγρια το μανδύα του Χούμα, αναγκάζοντάς τον να σταματά για να τον στερεώσει. Ο αέρας δημιουργούσε περίεργους ήχους, σαν κραυγές παράξενων, φανταστικών θηρίων.
Ο Μάτζιους προχωρούσε πάντα πρώτος, μια και ήταν ο μόνος που είχε ιδέα για το πού πήγαιναν. Ο Χούμα αναζητούσε κάποια κορυφή που να μοιάζει με εκείνη του υφαντού, ενώ του Καζ του αρκούσε να προχωρεί καβάλα, αφήνοντας τους άλλους να κάνουν τη δουλειά. Καθόλου δεν τον ενδιέφερε το τι έψαχνε ο μάγος. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η υγεία η δική του και του Χούμα. Στο βαθμό που αφορούσε τον Καζ, ο Μάγος του Ερυθρού Χιτώνα μπορούσε να πάει στα κομμάτια.
Ακολούθησαν άλλη μια στροφή και βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Ο Μάτζιους άρχισε να βρίζει. Ο Καζ γέλασε, παρά την θυμωμένη έκφραση που είχαν τα μάτια του μάγου.
Το μονοπάτι ήταν θαμμένο κάτω από τόνους βράχων. Ο Χούμα σήκωσε το βλέμμα του και είδε έναν καινούριο γκρεμό στο πλάι ενός βουνού. Προσπάθησε να φανταστεί πόση δύναμη χρειαζόταν για να προκληθεί μια τέτοια κατολίσθηση.
«Δε με κοροϊδεύετε εμένα!» φώναξε άγρια στα βουνά ο Μάτζιους, όρθιος στη σέλα. Γύρισε απότομα στους άλλους δύο και είπε «Λίγο πιο πίσω υπήρχε μια διασταύρωση. Δείτε μήπως το άλλο μονοπάτι ενώνεται ξανά με τούτο. Εγώ θα δω τι μπορεί να γίνει εδώ.»
Ο μινώταυρος δεν είχε καμία όρεξη να δέχεται διαταγές από τον Μάτζιους, αλλά ο Χούμα τον ηρέμησε. Εκείνη τη στιγμή δε θα ήταν καλό να τσαντίσει το μάγο.
Ενώ ο μάγος επιθεωρούσε την κατολίσθηση, ο Χούμα με τον Καζ γύρισαν πίσω. Η διασταύρωση που έλεγε ο Μάτζιους φαινόταν ασυνήθιστη και το ένα μονοπάτι είχε κιόλας κρυφτεί από τους αδύναμους θάμνους που φύτρωναν στην οροσειρά. Ο Χούμα προτίμησε το μονοπάτι με τη βλάστηση.
Ο Καζ ξεκίνησε να επιθεωρήσει το άλλο μονοπάτι. Ο Χούμα τον είδε να χάνεται και τότε ξεπέζεψε. Το μονοπάτι φαινόταν επισφαλές και δεν είχε καμία όρεξη να κινδυνέψει ο ίδιος ή το άλογό του. Καλύτερα να το άφηνε πίσω του. Αν αργότερα το μονοπάτι γινόταν πιο ασφαλές, θα γυρνούσε να το πάρει και θα προχωρούσε ξανά.
Για να καθαρίσει το μονοπάτι από τους θάμνους χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει το σπαθί του. Αν και τα φυτά ένα-ένα ήταν αδύναμα, φύτρωναν τόσο πυκνά που ήταν σαν να έκοβες χοντρές μπάλες άχυρο. Ο Χούμα αναγκάστηκε να σπαθίσει κάμποσα λεπτά της ώρας, πριν μπορέσει να προχωρήσει.
Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ότι το μονοπάτι προχωρούσε ανηφορικά, σε πετρώδες έδαφος, που έκανε την ίππευση αδύνατη και την πεζοπορία μια διαδικασία αργή και επίπονη.
Ξαφνικά, βρέθηκε σε μια ελαφρώς κατηφορική πλαγιά, κρυμμένη κατά ένα μέρος από τη βλάστηση. Ο Χούμα χαμογέλασε με ανακούφιση. Το μονοπάτι φαινόταν πως έκανε κύκλο για να ενωθεί με το αρχικό, πέρα από το σημείο που είχε γίνει κατολίσθηση. Ύστερα από κάμποση επιθεώρηση, ο Χούμα συμπέρανε ότι το μονοπάτι δεν ήταν μόνο βατό, αλλά και ότι θα τους οδηγούσε γρηγορότερα στις κορυφές που ενδιέφεραν τον Μάτζιους. Είδε επίσης με ικανοποίηση ότι αυτό το μονοπάτι ήταν λιγότερο εκτεθειμένο στον άνεμο. Ο ιππότης γύρισε πίσω και άνοιξε το βήμα του. Ήταν σίγουρος ότι στο μεταξύ και ο Καζ θα είχε τελειώσει τη δική του έρευνα. Επίσης, αμφέβαλλε αν ο Μάτζιους είχε βρει τρόπο να παρακάμψει την κατολίσθηση. Το μονοπάτι του Χούμα φαινόταν η καλύτερη –και η μοναδική ίσως– λύση.