Έφτασε στο σημείο όπου ενώνονταν οι δυο πλαγιές κι έπεσε πάλι στο βραχώδες κομμάτι του μονοπατιού. Ο Χούμα έστριψε σε μια γωνία και… κοκάλωσε μπροστά σ’ έναν τεράστιο βράχο. «Τι;..» μουρμούρισε σηκώνοντας απορημένα τα φρύδια. Σήκωσε τα μάτια στο ύψος του βράχου και τον ακούμπησε με τα δάχτυλά του. Ήταν απολύτως αληθινός. Συνειδητοποίησε ότι είχε πάρει λάθος μονοπάτι.
Γύρισε μπρος-πίσω και σταμάτησε απορημένος. Όλα έδειχναν ότι είχε ακολουθήσει το σωστό μονοπάτι. Όμως ο βράχος φαινόταν λες και στεκόταν εκεί χρόνια ολόκληρα. Βρύα κάλυπταν εδώ και εκεί την επιφάνειά του. Ήταν φαγωμένος από τον άνεμο, με την κορυφή του σχεδόν στρογγυλεμένη.
Τελικά ο Χούμα τα παράτησε και γύρισε στην άλλη διασταύρωση που είχε ανακαλύψει. Παρά την αίσθηση ότι έπαιρνε λάθος δρόμο, άρχισε να ακολουθεί τη διασταύρωση. Καθώς προχωρούσε, η εμπιστοσύνη του μεγάλωνε, γιατί το μονοπάτι έδειχνε να οδηγεί εκεί που ήθελε. Ύστερα έστριψε απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε λίγο ο Χούμα βρέθηκε να ακολουθεί ένα μονοπάτι όλο στροφές και δαιδαλώδη γυρίσματα που έκαναν το κεφάλι του να γυρίζει. Ο ιππότης σταμάτησε. Το μονοπάτι απομακρυνόταν. Μούγκρισε μονάχος του κι έκανε μεταβολή για να γυρίσει πίσω.
Το μονοπάτι απ’ όπου είχε έρθει και που έπρεπε να στρίβει δεξιά, πλέον, έστριβε αριστερά.
Δεν ήταν δυνατόν. Ο Χούμα κατάλαβε ότι μπορεί να είχε κάνει λάθος την προηγούμενη φορά, αλλά όχι και αυτή. Είχε δείξει ιδιαίτερη προσοχή, αποτυπώνοντας σχολαστικά την πορεία του. Ο Μπουόρον και οι άλλοι έλεγαν ότι πολλοί ταξιδιώτες δε γύρισαν ποτέ από τα βουνά. Τώρα έβλεπε το λόγο. Ήταν λες και τα ίδια τα βουνά μετατοπίζονταν για να χαθούν οι απρόσεκτοι, αν και καταλάβαινε ότι αυτό ήταν έργο κάποιας θνητής οντότητας. Η σκέψη του πήγε στον Γκάλαν Ντράκος, αλλά αυτό δεν έμοιαζε να ταιριάζει στην τεχνική του αποστάτη. Συνειδητοποίησε ότι κάπου τον οδηγούσαν. Ο Ντράκος θα τον είχε πιάσει κιόλας. Όχι, αυτά τα μαγικά είχαν διαφορετικό σκοπό.
Με το σπαθί στο χέρι, ο Χούμα άρχισε να ακολουθεί το μοναδικό ελεύθερο μονοπάτι.
Δεν υπήρχε τίποτα το ασυνήθιστο, μονάχα βράχοι, γυμνοί θάμνοι και πότε-πότε κανένα πουλί ψηλά στον ουρανό.
Ξαφνικά το μονοπάτι χωρίστηκε στα δυο. Ο Χούμα κοντοστάθηκε, καθώς υποπτεύθηκε ότι στην πραγματικότητα δεν είχε παρά μία μονάχα επιλογή. Ποια όμως;
Το συλλογίστηκε κάμποσο πριν συνειδητοποιήσει ότι από πίσω του ακουγόταν ένα ρυθμικό «ταπ»-«ταπ». Γύρισε με τη λεπίδα όρθια και σε ετοιμότητα. Περίμενε να δει κανένα ογκρ ή κανένα μέλος της Μαύρης Φρουράς. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε μπροστά σε μια κουκουλοφόρα μορφή, καθισμένη σ’ ένα μεγάλο, επίπεδο βράχο.
Ο ήχος προερχόταν από ένα ραβδί σχεδόν ίδιο με αυτό του Μάτζιους, που το κρατούσε ένα γκρίζο, γαντοφορεμένο χέρι, καλυμμένο κατά ένα μέρος από το μανίκι ενός πανωφοριού. Ο γκρίζος μανδύας σκέπαζε το μεγαλύτερο μέρος της μορφής. Ο Χούμα πλησίασε κι άλλο για να δει καλύτερα. Ήταν ένας άντρας με σταχτί πρόσωπο.
Ο υπόφαιος άντρας χάιδευε τη μακριά, γκρίζα γενειάδα του και χαμογέλασε στον ιππότη σχεδόν αδιόρατα.
Ο Χούμα χαμήλωσε τη λεπίδα – όχι τελείως όμως. «Ποιος είσαι;» ρώτησε.
«Εσύ ποιος είσαι;» ανταπάντησε ο γκρίζος άντρας.
Ο ιππότης σκυθρώπασε, αλλά αποφάσισε να παίξει προς το παρόν το παιχνίδι του άλλου. «Είμαι ο Χούμα, Ιππότης του Τάγματος του Στέμματος.»
«Ένας Ιππότης της Σολάμνια.» Η φιγούρα με τα γκρίζα ρούχα μιλούσε λες και το ήξερε από την αρχή. Το ραβδί συνέχιζε το «ταπ»-«ταπ» του.
«Εγώ απάντησα στην ερώτησή σου. Απάντησε κι εσύ στη δική μου.»
«Εγώ;» Ο γκρίζος άντρας χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας τα γκρίζα του δόντια. «Δεν είμαι παρά άλλος ένας ταξιδιώτης.»
Ο Χούμα τού έδειξε την περιοχή ολόγυρα. «Δεν το έκανες εσύ αυτό;»
«Τα βουνά; Ω, όχι. Νομίζω πως βρίσκονται πολύ καιρό εδώ.»
«Εννοώ, τα μονοπάτια που εξαφανίζονται.» Η εκκεντρικότητα του άντρα εξόργιζε τον Χούμα.
«Δεν κινώ βουνά. Είναι πολύ πιθανό να μη βλέπεις καλά με τα μάτια σου.» Η μορφή στο βράχο μπερδεύτηκε ολότελα με το περιβάλλον της. Ο Χούμα διαπίστωσε ότι μια στιγμή να κοίταζε αλλού, μετά έπρεπε να ψάξει πολύ προσεκτικά για να τον ξαναδεί. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο γκρίζος άντρας καθόταν στο βράχο όταν πέρασε προηγουμένως ο Χούμα. Απλώς δεν τον είχε δει.
«Είσαι μάγος;» τον ρώτησε.
Το χτύπημα του ραβδιού σταμάτησε για μια στιγμή. «Να μια ενδιαφέρουσα ερώτηση.»
Τα χτυπήματα ξανάρχισαν.
«Λοιπόν;» ο Χούμα πάλευε να συγκρατήσει τα νεύρα του.
Ο γκρίζος άντρας φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή. Ύστερα έδειξε με το ραβδί του τα δύο μονοπάτια πίσω από τον Χούμα. «Δεν ακολουθούσες ένα μονοπάτι;» τον ρώτησε. «Πρέπει να συνεχίσεις, ξέρεις. Μπορεί να σε βγάλει σε κάποιο σημαντικό μέρος.»